Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα και τα παραμύθια συνεχίζονται. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα και τα παραμύθια συνεχίζονται. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

Οι γραμμές….!






Οι γραμμές πάνε κι έρχονται.



Ευθείες. Κατακόρυφες. Οριζόντιες.


Οι μεγάλοι βλέπουμε τις γραμμές απρόσωπα και γεωμετρικά.


Μας βοηθάνε να μετρήσουμε αποστάσεις, κτήρια…






Μας τρομάζουν όταν είναι παράλληλες και δεν συναντιούνται.


Μας ευχαριστούν αν τέμνονται και ενώνονται και λυπόμαστε αν χωρίζουν…






 Στα παιδικά μάτια οι γραμμές παίρνουν σχήμα και μορφή.

Γίνονται παραμύθι.


Παίρνουν ζωή.



Να το παραμύθι της μικρής Ευαγγελίας που με χαρά δημιούργησε πάνω σε γραμμές:




 
 











 « Ο ήλιος (κίτρινο) βγιαίνει στον ουρανό και ζεσταίνει τον κόσμο (κόκκινο).Βουτά στη γη (πράσινο) και της δίνει ζωή!!


Ο κόσμος και η γη (καφέ) κινούνται και ζηλεύουν τα χρώματά του αλλά πολλές φορές τα ξεχνούν …


Περιμένουν το ηλιοβασίλεμα(πορτοκαλί) για να καταλάβουν ότι κάπου εκεί βρισκόταν όλη μέρα και το φεγγάρι (σομόν σχήμα)


Ο ήλιος και το φεγγάρι είναι εκεί κι ο κόσμος δεν προλαβαίνει πάντα να τα δει.


Κουρασμένος ο ήλιος βουτά στη θάλασσα(μπλε) κι αφήνει το φεγγάρι να συντροφεύει τον κόσμο ως να έρθει η επόμενη μέρα…»







 Η Ευαγγελία μικρή γλυκιά μου φίλη, μου περιέγραψε τον κύκλο της ζωής με τις δικές της γραμμές και μου θύμιζε με ένα ζεστό χαμόγελο ότι οι γραμμές έχουν ζωή.


Τη ζωή που η καρδιά της δίνει.







Την ευχαριστώ πολύ.


Και της στέλνω ένα γλυκό τεράστιο φιλί!!








Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Βαριέμαι…..



Ο κ. Πληκτικούλης και η σύζυγος του η κ. Ανία με επισκέφτηκαν στην Ωκεανούπολη. Έφεραν μαζί τους την κόρη τους Βαρεμάρα που όλο χασμουριόταν και έλεγε «Βαριέμαι….»
Ως φιλόξενη οικοδέσποινα και πολύ υπερήφανη για τη χώρα μου άρχισα να τους κάνω την ξενάγηση της περιοχής.



Σκέφτηκα ότι πολύ μαγικό αξιοθέατο είναι ο κήπος με τα κοράλλια μου.
Ο κ. Πληκτικούλης είπε « άλλη μέρα θα πάμε τώρα είναι η ώρα να πάρω έναν υπνάκο» η κ. Ανία το ακολούθησε ως πιστή σύντροφος.
Η Βαρεμάρα δεν το συζητώ άρχισε να ξανά λέει για πολλοστή φορά «Βαριέμαι…»
Δεν μίλησα και τους άφησα να χυθούν πάνω στους καναπέδες του καθιστικού.
Οι μόνες κινήσεις που έκαναν εδώ και δύο ώρες είναι να εξασκούν τα δάχτυλα τους στο τηλεκοντρόλ της thalassas tv όπου και κάποια στιγμή δεν τους άρεσαν τα προγράμματα αφού έκαναν παρεμβολές τα χέλια που περνούσαν για να πάνε στον μεγάλο ύφαλο.
 
Δεν συγχύστηκα για δύο λόγους
Πρώτον είναι φιλοξενούμενοι
Δεύτερον κάτι φταίει
Είμαι σίγουρη.
Αυτοί οι άνθρωποι και στο φαγητό ακόμα έλεγαν «Βαριέμαι δεν έχω όρεξη…»
Αν συνεχίσουν έτσι θα πεθάνουν από πλήξη και βαρεμάρα.

Η μικρή δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το σπίτι …
Αααα! Εδώ χρειάζονται δραστικές λύσεις ……

Η θεία Νώα είμαι σίγουρη ότι θα ξέρει.

Η θεία καθόταν ήρεμη και διαλογιζόταν μπροστά σε ένα υπέροχο θαλάσσιο νούφαρο
Τι συμβαίνει mare?
Εξήγησα με δυο λόγια τι έπαθα με την οικογένεια Πληκτικούλη και πόσο με ανησυχεί η κατάσταση της Βαρεμάρας.
Και τότε η θεία έβαλε τα γέλια …..
Που είναι καλέ το αστείο….

Mare που ζούμε εμείς?
Στη θάλασσα.
Ωραία! Η θάλασσα έχει πάντα κινητικότητα αυτό κάνει τα πλάσματά της να ενθουσιάζονται με το παραμικρό.
Ε! πως κι εμείς έχουμε το Τζίμη τον κουρασμένο….που όλο βαριέται…
Ναι αλλά δεν τον λέμε «βαριεστημένο» Κουρασμένος έγινε αφού δούλεψε πολύ στη ζωή του.


Η οικογένεια που λες ότι φιλοξενείς τα έχει όλα έτοιμα Πρέπει να βρει κίνητρο. Πρέπει να «κάνει» κι όχι να περιμένουν να τους τα κάνουν όλα.
Ναι αλλά εγώ δεν μπορώ να μην τους φιλοξενήσω σωστά και να τους βάλω να δουλέψουν.
Σωστό κι αυτό. Αύριο πες τους ότι θα πάμε εκδρομή στο μεγάλο βράχο.
Μα εκεί δεν έχει τίποτα.
Για αυτό θα πάμε…..Χα!χα!χα!

Πράγματι την άλλη μέρα ξεκίνησαν για το μεγάλο βράχο.



Όπως περπατούσαν είδαν τον άρχοντα του βράχου.
Ήταν ένα κεφάλι πάνω στο βράχο και ενώ φαινόταν άψυχο ξαφνικά άρχισε να μιλά.

Τι θέλετε εσείς στο νησί μου?



Ήρθαμε να δούμε το τοπίο είπε ο κ.Πληκτικούλης.
Α!για να γίνει αυτό πρέπει κάτι να κάνετε.

Μα εμείς δεν θέλουμε να κάνουμε κάτι….
Αααα! Δεν πάει έτσι….
Όποιος δεν κάνει κάτι εδώ που ήρθατε τιμωρείται να χάσει το δρόμο του για πάντα….

Ο κ.Πληκτικούλης κοιτάζει γύρω του να ζητήσει βοήθεια από τη θεία Νώα και τη Mare. Εκείνες όμως έχουν εξαφανισθεί.

Τι να κάνει λοιπόν αναγκάζεται να κάνει ότι του πει ο βράχος.

Τι θέλεις λοιπόν από μας?

Από σένα που είσαι άντρας θέλω να μου φτιάξεις μια σπηλιά για να φυλάω τα δώρα που μου φέρνουν.
Αυτό φάνηκε εύκολο στον κ.Πληκτικούλη γιατί δεν φανταζόταν πόσα δώρα έχει ο βράχος. Άρχισε να σκάβει.



Όσο εκείνος έσκαβε ο βράχος είπε στη κ.Ανία .Εσύ θα φτιάξεις φαγητό για όλους τους φιλοξενούμενους μου .Αυτή δεν φαντάστηκε να έχει πολλούς φιλοξενούμενους.

 Όσο ο άντρας έσκαβε κι η γυναίκα του μαγείρευε η Βαρεμάρα απομακρύνονταν. Πήγε να κολυμπήσει πίσω από το βράχο για να γλιτώσει τις δουλειές. Κι ξαφνικά  πάτησε  ένα θαλάσσιο σκορπιό.
Άρχισε να φωνάζει από τον πόνο αλλά κανένας δεν την άκουγε.
Άρα έπρεπε να καταφέρει να φτάσει στον άρχοντα του βράχου.



Εκείνος ήξερε ότι πονάει η Βαρεμάρα αλλά περίμενε να δει τι θα κάνει.
Το κοριτσάκι κατάφερε να πάει και να του ζητήσει να της κάνει καλά το πόδι της.
Τότε ο βράχος φώναξε τον μπαμπά της για να την βοηθήσει.
Ο κ.Πληκτικούλης δεν ήξερε τι να κάνει έτσι ζήτησε βοήθεια από την γυναίκα του, που κι εκείνη δεν ήξερε κι άρχισε να κλαίει.
Τότε ο Βράχος είπε: Πάρτε αυτά τα φύκια και κοπανήστε τα μέχρι να γίνουν αλοιφή και βάλτε τα πάνω στο πόδι του παιδιού.
Έτσι κι έκαναν. Ήταν πολύ τρομαγμένοι για την υγεία της Βαρεμάρας.
Μετά από λίγο ήταν πολύ καλύτερα.
Όμως οι εκπλήξεις δεν σταμάτησαν γιατί τις δουλειές που άφησαν στην μέση έπρεπε να τις τελειώσουν.


Άντε μην σταματάτε, φώναζε ο Βράχος, όπου να΄ναι έρχονται οι καλεσμένοι.
Πόσοι ποια να είναι?
Γελάστηκαν αν πίστευαν ότι ο Άρχοντας Βράχος δεν είχε φίλους.
Είχε και πολλούς.
Και άρχισαν να έρχονται
Τα δώρα δεν χωρούσαν στη σπηλιά και τα φαγητά δεν έφταναν.
Και ο άντρας έσκαβε κι η γυναίκα μαγείρευε.




Και ζητούσαν βοήθεια από την κόρη που μια έτρεχε εδώ και μια εκεί.
Μετά από λίγο έπεσαν ξεροί από την κούραση.
Όταν συνήλθαν είδαν από πάνω τους την θεία Νώα και τη Mare να τους χαμογελούν. Νόμιζαν ότι είδαν εφιάλτη αλλά όχι. Κοίτα πόσος κόσμος έχει μαζευτεί.
Ντράπηκαν πάρα πολύ. Σίγουρα θα τους κοροϊδεύουν
Κανείς δεν μιλούσε.
Ο άρχοντας Βράχος ντυμένος  με την καλή του φορεσιά έδωσε ένα χεράκι στον κ.Πληκτικούλη για να σηκωθεί.



«’Έλα να καθίσουμε κ.Καταπληκτικούλη στο τραπέζι της γιορτής.
Κι όλοι ας ευχαριστήσουμε την κ. Αρμενία που μας έφτιαξε θαλασσινούς μεζέδες. Όσο για την μικρή  Βάλια-mare θα μας τραγουδήσει εκείνο το υπέροχο τραγούδι που έλεγε στα καβουράκια της παραλίας μου»
Ας γιορτάσουμε λοιπόν, με νέα ονόματα … και νέα διάθεση

«Και φάγανε
Και ήπιανε
Βαριέμαι….
Πια δεν είπανε»

(Αφιερωμένο με πολύ αγάπη σε όσους βαριούνται αλλά και σε όσους δημιουργούν  Μ.Μπ)

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Ο Κωστάκης που κάτι ξέχασε……



Ο Κωστάκης είναι ένα αγόρι 10 ετών. Του αρέσει πολύ η βόλτα στη λίμνη και το ψάρεμα.
Αποφάσισε λοιπόν να πάει βόλτα εκεί.


Ετοίμασε το σακίδιό του και πήρε μαζί και το καλάμι του.
Ξεκίνησε χαρούμενος από το σπίτι και περπατούσε στο μεγάλο δάσος.
Στη μέση της διαδρομής σκέφτηκε ότι κάτι είχε ξεχάσει….
Προσχώρησε ακόμα λίγο και τότε θυμήθηκε….



Ξέχασε τον κανόνα που λένε οι γονείς του πάντα:
« όταν φεύγουμε από το σπίτι ειδοποιούμε τους μεγάλους- γονείς- ή αφήνουμε σημείωμα που θα πάμε αν κάποιος δεν είναι το σπίτι»

Ο Κωστάκης σκέφτηκε πως δεν είναι και τόσο τρομερό για μια φορά που έφυγε από το σπίτι και δεν το είπε. Σκέφτηκε επίσης ότι έτσι κι αλλιώς θα γυρνούσε γρήγορα.



Έφτασε στη λίμνη και έβγαλε με μεγάλη προσοχή το καλάμι του.
Έβαλε σκουλήκι στο αγκίστρι του και το έριξε βαθειά….
Να λοιπόν που αμέσως ένα ψάρι τσίμπησε….
Το έβαλε στην τσάντα του.
Στο επόμενο ρίξιμο πιάστηκε και ένα ψάρι ακόμα…
Αυτό συνεχίστηκε για αρκετή ώρα ώσπου η τσάντα του γέμισε ψάρια.
Ήταν πολύ χαρούμενος.
Σε λίγο όμως κατάλαβε ότι άρχισε να νυχτώνει και έπρεπε να γυρίσει πίσω…
Άσε που κατάλαβε ότι πεινούσε πολύ.
Μάζεψε λοιπόν το καλάμι και την τσάντα του και πήρε το δρόμο της επιστροφής.



Το βραδάκι τα πράγματα φαίνονται λίγο διαφορετικά μέσα στο δάσος. Οι θόρυβοι αλλάζουν. Οι κουκουβάγιες φωνάζουν «κουβάουουου κουκουβάουου»
Οι νυχτερίδες κόβουν τη βόλτα τους και περνούν γρήγορα πάνω από τα κλαδιά.
Άσε που όλα τρίζουν….χμ! είναι λιγάκι τρομακτικό όλο αυτό…
Τα δρομάκια του δάσους φαίνονται όλα ίδια.



Ο Κωστάκης φτάνοντας στο πρώτο δίστρατο δεν ήταν και πολύ σίγουρος κατά που να πάει.
Πήρε λοιπόν το δρόμο που του φαινόταν η ευθεία για το σπίτι.
Μετά από λίγο έφτασε σε μια σπηλιά.

«Μάλλον λάθος έκανα. Ας καθήσω να ξεκουραστώ λιγάκι…»
Κάθισε σε μια πέτρα έξω από τη σπηλιά. Σε λίγο βαριά   βήματα ακουστήκαν από μέσα. Γκουπ! Γκουπ! Γκουπ!



Μια αρκούδα βγήκε. Αμάν, σκέφτηκε ο Κωστάκης κι άλλαξε 10 χρώματα.
Το βράδυ οι αρκούδες είναι πολύ ομιλητικές
«Τι κάνεις εδώ? Έξω από το σπίτι μου?»

«πήρα ευθεία το δρόμο να πάω στο δικό μου και φαίνεται χάθηκα»

«και τι γυρεύεις στο δάσος τέτοια ώρα?»
«είχα πάει βόλτα στη λίμνη και ξεχάστηκα…»

«Φαίνεσαι καλό παιδί. Άντε θα πάω ως το μεγάλο δρόμο αλλά θα πηγαίνεις όλο ευθεία. Εντάξει?»

Η Αρκούδα πήγε το αγόρι στο μεγάλο δρόμο και εκείνο για να την ευχαριστήσει της έδωσε δύο ψάρια για να τα φάει με το παιδί της.



Συνέχισε λοιπόν το δρόμο όλο ευθεία.
Βέβαια όπως λέει ο λαός: ¨όποιος νύχτες περπατεί…..»
Σε λίγο διαπίστωσε ότι η ευθεία είναι ένα σχετικό πράγμα αν δεν βλέπεις στο σκοτάδι.
Είδε ένα φως και πήγε κατακεί.
Ένα φωτισμένο ξύλινο σπιτάκι. Δεν ήταν βέβαια το δικό του.
Κουρασμένος κάθισε στα σκαλιά του.
Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και πετάχτηκε από μέσα ένας πανύψηλος λύκος



«Ε! Τι θες εσύ στο σπίτι μου?»
«δεν θέλω κάτι απλά ξεκουράστηκα γιατί χάθηκα στο δάσος…»και του είπε όλη την ιστορία.
«δηλαδή έφυγες και δεν ειδοποίησες κανέναν?»
«Ναι δυστυχώς!»
«και καλά δεν σκέφτηκες πως θα ανησυχήσουν?»
Ο Κωστάκης κατέβασε το κεφάλι και δεν είπε τίποτα.
«Φαίνεσαι καλό παιδί. Θα σε πάω στον κεντρικό δρόμο αλλά θα πας όλο ευθεία. Εντάξει?»
Πραγματικά έτσι και έγινε.
Για να τον ευχαριστήσει ο μικρός του έδωσε 3 ψάρια να τα φάει με τα παιδιά του.

Συνέχισε όλο ευθεία πια. Αποφάσισε να μην στρίψει πουθενά.

Καθώς προχωρούσε και πια σερνόταν από την κούραση έπεσε πάνω σε ένα τεράστιο σκίουρο.
Α! δεν σας είπα ότι οι σκίουροι αν θέλουν το βράδυ γίνονται τεράστιοι….



«Ε! Πρόσεχε μικρέ!!
που πας τέτοια ώρα και δεν βλέπεις και μπροστά σου?»

Ο Κωστάκης κουρασμένος και τρομαγμένος πια του είπε όλη την ιστορία.
«Καλά ένα δεν καταλαβαίνω γιατί δεν πήρες τον πλακόστρωτο φωτισμένο με φαναράκια δρόμο να φτάσεις γρήγορα. Άσε που εκεί έχει πάντα κόσμο που κάνει βόλτα…»



«έχει φωτισμένο δρόμο?»

Εκείνη τη στιγμή πολύς θόρυβος ακουγόταν. Σειρήνες. Αστυνομία.Πυροσβεστική.Φωνές.και….

«Κωστάκηηηηη!» μια γνωστή φωνή.
Μπα! θα μου φάνηκε, σκέφτηκε
« Κωστάκηηηηη!! Κωστάαααακη»

Σε λίγο όλα αυτά ήταν μπροστά του.
Η φωνή έγινε η φιγούρα της μαμάς του.



Έτρεξε και τον αγκάλιασε.
Χάρηκε μεν αλλά φοβόταν ότι θα τον μάλωνε όπου νά ναι
Δεν χρειάστηκε όμως. Ο Αστυνόμος πλησίασε.



«Καλά βρε αγόρι μου γιατί το έκανες αυτό?
Πως έφυγες έτσι από το σπίτι σου?»

Ο Κωστάκης προσπάθησε να εξηγήσει την ιστορία αλλά δεν πρόλαβε γιατί ο Πυροσβέστης τον φώναζε:
«Και καλά άργησες τον μεγάλο δρόμο δεν τον είδες?»
Μα τέλος πάντων με αυτόν το δρόμο….
 

Στη λίμνη όλοι οι δρόμοι είναι ίδιοι είπε ο Κωστάκης
Που είναι επιτέλους αυτός ο μεγάλος δρόμος?



«Την ταμπέλα δεν την είδες?»

«Ταμπέλα ? ποια ταμπέλα? Δεν υπήρχε ταμπέλα…»

Ο Αστυνόμος τότε είπε: «Πράγματι δεν υπάρχουν ταμπέλες γύρω από τη λίμνη…»
Ο Κωστάκης γλίτωσε την κατσάδα αλλά έμαθε και κάτι σημαντικό:
« δεν φεύγουμε από το σπίτι χωρίς να ειδοποιήσουμε τους ανθρώπους μας, γιατί τους στενοχωρούμε και αν χρειαστούμε να βοηθηθούμε σε κάτι δεν θα ξέρουν που να μας βρουν»



Και επίσης: η ευθεία είναι κάτι σχετικό όπως και η ταμπέλες ειδικά αν ζεις στην Ελλάδα.


Καλό υπόλοιπο Κυριακής και Καλή εβδομάδα σε όλους σας!!






Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Το τρενάκι που έτρεχε στα σύννεφα!!




Η Mare καθόταν με τη Leila μπροστά στο παράθυρο και κοιτούσαν τα σύννεφα στην Ωκεανούπολη.
«με τι μοιάζει αυτό Leila
«με αρκουδάκι»
«κι εκείνο εκεί κάτω?»
«με πουλί!!»


Κράτησε αρκετά το παιχνίδι ώσπου η μικρούλα βαρέθηκε.
«Mare θέλω να μου πεις παραμύθι» είπε αποφασιστικά και το προσωπάκι δεν έδειχνε να το συζητά.

Ωραία, λοιπόν, ας πούμε το παραμύθι για το τρενάκι.

Το τρενάκι μας δεν είναι οποιοδήποτε τρενάκι.
Είναι κόκκινο και λαμπερό. Μιλάει. Πηδάει. Τρέχει.
Και το πιο σπουδαίο το τρενάκι μας ονειρεύεται.

Δεν ονειρεύεται απλά πράγματα όπως όλα τα υπέροχα τρενάκια.

Το δικό μας θέλει να πετάξει.
Του αρέσει που τρέχει στα λιβάδια. 



Που μπορεί και διασχίζει τα χωριά και τις πόλεις. Χαίρεται που φεύγει μακριά.
Αλλά ο καημός του είναι να πετάξει.
Όλα τα καθωσπρέπει τρενάκια του λένε πως αυτό δεν γίνεται γιατί σ΄όλο τον κόσμο τα τρενάκια δεν πετούν.


Αυτό όμως δεν ακούει τίποτε.
«να δείτε που μια μέρα το όνειρό μου θα γίνει πραγματικότητα: θα πετάξω!!»

Ο καιρός περνούσε και αυτό δεν γινόταν.
Το τρενάκι μας άρχισε να απογοητεύεται.
Κατσουφιασμένο καθόταν δίπλα στο μικρό ρυάκι που καθρέπτιζε τα μεγάλα μελαγχολικά του μάτια.

Ξάφνου άκουσε: Ει!! Τι τρέχει φίλε?

Ωχ!! ποιος μου μιλά δεν βλέπω κανέναν γύρω μου.

Ε! κοίτα ψηλά, λοιπόν!
Τι κάθεσαι και κλαις μόνος σου?

Μα!! από που έρχεται η φωνή…..

Βρε φίλε! μ΄ αρέσει που θες και να πετάξεις….
Πράγματι αλλά εσύ που το ξέρεις?

Αφού δεν κάνεις έτσι το χοντρό σου κεφάλι να με δεις ποιος σου φταίει…..


Ουάου!! Ένα σύννεφο που μιλάει….

Φυσικά και μιλάω, αφού γυρνάω όλο τον κόσμο να μην μαθαίνω και τίποτα….

Ωραία και τώρα τι θες? Ξέρεις το όνειρό μου….Και λοιπόν…

Τι και λοιπόν ρε φίλε….

Τα όνειρά μας ποτέ δεν γίνονται πραγματικότητα αν δεν τα κυνηγάμε!!

Δηλαδή τι θες να πεις?

Θέλω να πω ότι το όνειρό σου το λες από δω κι από κει….
Το σκέφτεσαι…..
Στενοχωριέσαι για αυτό….
Κι ύστερα τίποτα….


Τι τίποτα?
Τίποτα! Δεν κάνεις τίποτα!!
Ε! πως θες να γίνει?





Και δηλαδή εσύ που είσαι κοσμογυρισμένος τι θα έκανες?

Το θέμα φίλε μου δεν είναι Τι θέλω εγώ να κάνω για το όνειρό σου.
Το θέμα είναι Τι θες εσύ να κάνεις.

Μα ήδη το ξέρεις να πετάξω.
Δεν ξέρω το πώς…..

Χα!χα! ωραίος είσαι…

Καλά με κοροϊδεύεις κι από πάνω γιατί εσύ μπορείς να κάνεις αυτό που θέλω….



Δεν σε κοροϊδεύω απλά διασκεδάζω που ενώ μπορείς να το κάνεις δεν προσπαθείς καθόλου.

Σκέψου πως ήδη μαζί μου εδώ ψηλά!!
Σκέψου πως γλιστράς στα σύννεφα!!
Σκέψου πως βλέπεις τα πάντα από ψηλά!!

Και δηλαδή έτσι θα πετάξω….

Δεν ξέρω για δοκίμασε!!

Το τρενάκι προσπαθεί να σκεφτεί αλλά τίποτε δεν γίνεται….
Βλέπεις δεν γίνεται σου λέω….

Φυσικά δεν γίνεται αφού σκέφτεσαι ότι θες και δεν μπορείς…
Δεν το πιστεύεις το όνειρό σου.
Δεν πιστεύεις στον εαυτό σου.
Προσπάθησε ξανά!!


Το τρενάκι αφέθηκε πάλι στη σκέψη του.
Κάτι άρχισε να αισθάνεται.
Μμμ! Ναι! Ναι! Σαν να μην πατούσε στη γη…
Μπα!! Ιδέα του θα είναι….
Για να ανοίξει τα μάτια του.
Μα φυσικά είναι κανα δυο μέτρα  από τη γη.

Ωχ!! λειτουργεί…και μόλις το λέει πέφτει…
Είπα κι εγώ ότι λειτουργεί…

Πάλι τα ίδια ? τι είπαμε?
ΠΙΣΤΕΨΕ ΤΟ!
Στην πρώτη φορά θα δυσκολευτείς λίγο να ελέγχεις το ύψος μετά δεν είναι τίποτα….


Το τρενάκι μας ξαναπροσπάθησε!!

Σιγά σιγά ανέβηκε ψηλά και πιο ψηλά και λίγο ακόμη και….

Να σαι!! λοιπόν!! Καλωσόρισες στα σύννεφα τρενάκι !!

Πετάω!! Πετάω!!
Πάμε λοιπόν…
Το τρενάκι ανέβαινε, κατέβαινε, σκουντουφλούσε…,δεν τον ένοιαζε τίποτα γιατί ΠΕΤΟΥΣΕ!!
Γλίστραγε στα σύννεφα και χαιρετούσε τους φίλους του που δεν το πίστευαν.
Έτρεχε και φώναζε:

Κυνήγησε το όνειρό σου!!
Προσπάθησε!!
Μπορείς!!

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

το αστεράκι που ταξίδεψε στο Σύμπαν…

Μια φορά κι ένα καιρό υπήρχε ένας υπέροχος μικρός πλανήτης.
Ο πλανήτης Κοχυλένιος. Πάνω του ζούσε σε ένα κοχύλι μια μικρή πριγκίπισσα.


 
Γύρω από τον πλανήτη γύριζε ένα αστεράκι και φρόντιζε με αγάπη την Κοχυλένια…..

 

Το αστεράκι μετά από πολύ καιρό αποφάσισε να κάνει ένα ταξίδι και να γυρίσει τον κόσμο, το Σύμπαν δηλαδή.
  
Ετοιμάστηκε για το ταξίδι του και αποχαιρέτησε την Κοχυλένια με την υπόσχεση να γυρίσει γρήγορα πίσω……
Εκείνη ήταν στενοχωρημένη αλλά δεν του το έδειξε……

Το αστεράκι μας πήγαινε μέσα στο Σύμπαν έχοντας ένα χάρτη μαζί του….

 


Ο πρώτος πλανήτης που συνάντησε ήταν ο πλανήτης του Σοφού.
Πάνω του στεκόταν ο Σοφός και διάβαζε τα αστέρια…..

 

-         ποιος είσαι εσύ? Ρώτησε

είμαι το αστεράκι από τον πλανήτη Κοχυλένιο και κάνω ένα ταξίδι

Α!! μάλιστα και τι θες να μάθεις?

Τα πάντα…..

Αυτό δεν γίνεται γιατί πρέπει να μείνεις μαζί μου και να κοιτάς τα αστέρια…..

Χμ!! δεν νομίζω πως θα ήθελα να μείνω….είπε και συνέχισε το ταξίδι του

 Μετά συνάντησε έναν πλανήτη μπλε…..ουάου!! σαν μια μεγάλη νερένια μπάλα…
Όλα ήταν μπλέ και ζουν σε νερό, όλα τα ζώα της θάλασσας και τα όντα του πλανήτη.


Ποιος να είναι? Κοιτούσε το αστεράκι στο χάρτη.


Μην ψάχνεις ….είμαι ο Νερομπουρμπούλης φώναξε ο πλανήτης .
Έλα να με δεις να μείνεις μαζί μου
Ωραίος είσαι !!!

Χμ!! δεν νομίζω πως θα ήθελα να μείνω….είπε και συνέχισε το ταξίδι του
 Στη συνέχεια ταξίδεψε πολύ κι αισθανόταν γύρω του ζέστη αφόρητη….

Περίεργο, σκέφτηκε…… και ξαφνικά είδε μπροστά του μια κόκκινη μπάλα….

Τι περίεργο :όλα έκαιγαν σαν ένα τεράστιο ηφαίστειο πριν εκραγεί…..

 

Η καρδιά του πλανήτη μίλησε:
Τι με κοιτάς, πλησίασε….
Είμαι ο Πορφυρός πλανήτης…….Μην μας βλέπεις έτσι….είμαστε φιλόξενοι….


Μπα!! Δεν νομίζω πως θα αντέξω την τόση ζέστη……….. 

Ωραίος είσαι !!!

Χμ!! δεν νομίζω πως θα ήθελα να μείνω….είπε και συνέχισε το ταξίδι του

Προς τα πού να πάω ??


Στο χάρτη ήταν μπερδεμένοι οι…δρόμοι….αλλά για δες από όπου και να πήγαινες έφτανες στο……στους….μα πόσοι είναι……?

Μα βέβαια είναι δύο κολλημένοι……

Υπέροχα!! περίεργα…..

Δεν είναι κάτι περίεργο….Είμαστε αδέλφια και είμαστε κολλητοί….Λεγόμαστε Σιαμαίοι κι ο ένας συμπληρώνει τον άλλον……


Εσύ ποιος είσαι?

Είμαι αστεράκι και κάνω ταξίδι……
Ο πλανήτης μου λέγεται Κοχυλένιος……

Και τι κατάλαβες από τόσο ταξίδι που έκανες ως τώρα…..

Ε??

Τι ε??
Σου άρεσε κάτι?   Έμαθες κάτι??
Τώρα που το λέτε……

Ναι μου φαίνεται πως κάτι έμαθα. Και μόλις τώρα το κατάλαβα.

Α! ναι και τι είναι αυτό αν επιτρέπεται?

Μα και βέβαια……

Μου αρέσει ο πλανήτης μου !!

Μου λείπει!!

Θέλω να γυρίσω πίσω…………….Τώρα…………

Α! κρίμα πάνω που περνούσαμε μια χαρά!!

Μα θα με αναζητά η Κοχυλένια μου…..σε ποιον θα τραγουδά κάθε βράδυ??
Ποιος θα την ξυπνά το πρωί?



Φεύγω! είπε

Κοίταξε την πυξίδα του, καλά απίστευτό πόσο δρόμο έκανε για να καταλάβει αυτό που πάντα ήξερε……

Γύρισε κάποια έτη φωτός κι είδε από μακριά τον υπέροχο πλανήτη του.

Φαινόταν διαφορετικός και σαν ένα θλιμμένο τραγούδι να ακουγόταν…..

Πήγε σιγά -σιγά και στάθηκε στη θέση που ήταν πάντα.

Η Κοχυλένια  έκανε την αδιάφορη στην αρχή αλλά σε λίγο του τραγούδησε το αγαπημένο του τραγούδι

Reach for the stars

 
Δεν το ρώτησε τίποτα….
Ήξεραν κι οι δυο πως είχαν χρόνο άπειρο να πουν χιλιάδες ιστορίες………