Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

Ο Μύθος της πόλης που την κατατρέχει……..




Ήρθε ο Μάρτης κι εγώ δεν μπόρεσα να ευχηθώ στην άνοιξη.


Καλό μήνα !!
Άνοιξη!
Μου τη θυμίζει το Μαρτάκι στο χέρι. 



Κόκκινη κι άσπρη κλωστή στριμένη  βραχιολάκι που θυμίζει το πάθος της άνοιξης (κόκκινο) και την αγνότητα το φως της φύσης (άσπρο).
Πολλοί λένε ότι είναι το αίμα και το φως του Ιησού πριν το Πάσχα γι΄αυτό και το φοράει κανείς ως τότε στο χέρι του.
Άνοιξη δεν κατάλαβα πάντως γιατί ρίχνει καρεκλοπόδαρα.
Επίσης είναι κι όλη αυτή η ατμόσφαιρα προσποιητής χαράς στην πόλη που με εκνευρίζει.



Δεν ξέρω αν είναι που μας κατατρέχει αυτή η φήμη της Αποκριάς ή ο εκφυλισμός της.
Όταν πρωτόρθα στην Πάτρα, η χαρά μου ήταν μεγάλη για δυο λόγους
Ο ένας ήταν που γύρισα πίσω σαν τον μετανάστη στην πόλη του
Ο άλλος που αυτή η πόλη ήταν γεμάτη χαρά.

Ο πρώτος λόγος μου απομυθοποιήθηκε γρήγορα. «Ξένη αλλού, Ξένη κι εδώ» δεν ήταν εύκολο να ενσωματωθώ σε ρυθμούς και συνήθειες που δεν γνώρισα από παιδί.

Ο άλλος λόγος ήταν αυτός που με βοήθησε να μείνω και να γνωρίσω την πόλη μου.



Η χαρά να κινείσαι γρήγορα.
Η χαρά να βλέπεις θάλασσα.
Η χαρά να γλεντάς με το τίποτα.
Η χαρά να φεύγεις και να πηγαίνει σε όμορφα κοντινά μέρη.

Τώρα θα μου πείτε « μήπως γοργόνα μου το απομυθοποίησες κι αυτό και τώρα μας λες μύθους αποκριάτικα….?»



Εγώ φίλοι μου έζησα την καλή πλευρά της χαράς.
Τη χαρά χωρίς ανταποδοτικότητα.
Τη χαρά χωρίς χρήμα και σπατάλη.
Τη χαρά με κέφι και δημιουργία.
Τη χαρά με φαντασία.
Τη χαρά του μοιράζομαι και περνάμε όλοι φανταστικά.



Τώρα η χαρά έχει την τιμή της και βρίσκεται πίσω από ακριβά μαγαζιά, κοστούμια, στημένες καταστάσεις.
Τώρα η χαρά δεν έχει κέφι, απλά δείχνει να έχει. Πιστέψτε με έχει τεράστια διαφορά.
Η χαρά δεν έχει φαντασία και δημιουργικότητα, λέει όμως ότι έχει γιατί η φήμη της θα χαθεί.



Τελικά την πόλη αυτή την κατατρέχει ο Μύθος της.
Κι είναι μια κατάρα που την αναγκάζει να δρα και να φαίνεται όπως οι άλλοι νομίζουν ότι είναι.
Κι αυτό την κάνει ψεύτικη.
Δεν είναι έτσι η Πόλη αυτή.



Έχει ακόμα στενά δρομάκια που περιμένουν να τα περπατήσουμε.
Έχει κάστρα που θέλουν να τα εξερευνήσουμε.
Έχει γιορτές που περιμένουν να τις γιορτάσουμε.
Έχει κρυμμένη την χαρά και περιμένει…….



Όπως η Πατρινέλλα που ξεκολλούσε από το κάστρο και γύριζε την πόλη μηνώντας τα καλά και τα κακά μελλούμενα.

Ελάτε στην πόλη για να ζήσετε το Μύθο….




Ψάξτε όμως για την φωτεινή πλευρά της χαράς!!



Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

«Η χαρά των άλλων σπανίως αποτελεί το πρώτο μας μέλημα πάντοτε όμως παραμένει το τελευταίο μας καταφύγιο….»



Σηκώθηκα το πρωί με αγωνιστική διάθεση.
Απεργία στην Ωκεανούπολη και στις γύρω πόλεις…
Πρέπει να το εκδηλώσω με κάποιον τρόπο, τι γοργόνα είμαι στη χώρα μου…..

Όμως από χθες κόλλησε το μυαλό μου σε κάτι που διάβαζα πριν κοιμηθώ:

 «Η χαρά των άλλων σπανίως αποτελεί το πρώτο μας μέλημα
πάντοτε όμως παραμένει το τελευταίο μας καταφύγιο….»



Ο αμπελοφιλόσοφος που το είπε δίκαιο είχε….
Και για να μου μείνει στο μυαλό δύο τινά συμβαίνουν, ή ισχύει αυτό που λένε οι ειδικοί ότι αν διαβάσεις κάτι πριν κοιμηθείς το θυμάσαι, ή κάτι μου κέντρισε το «μέσα» μου και ξύπνησε.



Η χαρά των άλλων….
Όλη τη ζωή μου ως τώρα (μικρή κι αθώα είμαι μην νομίζετε…) σκεφτόμουν τους άλλους.
Να χαρούν για να χαρώ.
Να μην πονούν για να μην πονάω.
Να μην πληγωθούν όπως πληγώθηκα.
Να προστατευτούν όπως δεν προστατεύτηκα.
Να ……

Η ζωή μου ήταν οι «άλλοι»
Οι «άλλοι» τι έκαναν ?
Που είναι?
Πως είναι?




Ένας φίλος αμπελοφιλόσοφος από μακρινό νησί είχε πει αφού είχε πιει κανά δύο ποτηράκια « Παίρνουν το φως και φεύγουν…»
 Το φως που κρύβει ο καθένας μας το αντανακλά αν θέλει, όποτε θέλει, αν μπορεί στους γύρω του….



Υπάρχουν όμως και άτομα που «φεγγοβολούν» συνεχώς.
Πολλοί παρεξηγήσιμα περιττό να σας πω διότι οι « άλλοι» αν δεν έχουν καταλάβει νομίζουν πως :
Το παίζουν «φωτοδότες»
Θέλουν να φαίνονται γιατί δεν αντέχουν το σκοτάδι…
Κάτι κερδίζουν
Κάτι αρπάζουν….φωτίζοντας το…
Και πολλά άλλα….




Υπάρχουν άλλα άτομα « σκοτεινά» ή έτσι νομίζουν οι «άλλοι»
 Δεν μιλούν.
Δεν φωτίζουν ό,τι να΄ναι κι όποτε να ΄ναι
Δεν φαίνονται



Ωστόσο γνώρισα άτομα τέτοια που είναι φίλοι χρόνων γιατί όταν χρειάστηκα το φως τους το είχα άπλετο να με τυλίγει.
Και το σπουδαίο ήταν ότι ποτέ δεν τους το ζήτησα, μου το΄δωσαν απλόχερα

Κι εκεί κατάλαβα το καταφύγιο, την ασφάλεια, τη ζεστασιά .



Δεν ξέρω αν είμαι «φωτεινό» άτομο ή παρεξηγημένο «σκοτεινό»
Δεν ξέρω επίσης αν θα πρέπει να είμαι έτσι ή αλλιώς….

Εκείνο που ξέρω γιατί το έχω ζήσει βαθειά μέσα μου είναι ότι η χαρά των άλλων είναι καταφύγιο.
Δεν μπορώ να υπάρχω χωρίς τους άλλους.
Όπως και να΄ναι τους αγαπάω βρε αδερφέ.
Έχω το δικαίωμα.
Και να σας πως ένα μυστικό το κάνω για κείνους μα πιο πολύ το κάνω για μένα.



Ίσως αυτοί να είναι οι αγωνιστικοί μου χαιρετισμοί στην Ωκεανούπολη. Για όλους, για τους άλλους, για μένα.
Για να υπάρχει πάντα το καταφύγιο της χαράς.


Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Η παραμυθού γοργόνα Ακρογιαλιά!




Η mare κάλεσε στην Ωκεανούπολη την γοργόνα Ακρογιαλιά, φίλη της από τον Μαγικό ωκεανό.
Μάζεψε όλα τα παιδάκια για να τους πει η φίλη της ένα παραμύθι.
Η Mare ήθελε να παίξει  η Ακρογιαλιά με τα παιδάκια του σχολείου της Ωκεανούπολης.
Το παραμύθι που τους είπε η Ακρογιαλιά λεγόταν:



« Ο Βασιλιάς Φωτιάς και η Συννεφένια»

Ο Βασιλιάς Φωτιάς και η Συννεφένια κάνανε ένα πάρτυ και κάλεσαν την Mare και την Ακρογιαλιά.



Μετά η Ακρογιαλιά χόρεψε με τον Πρίγκιπα Λούικ.
Σε λίγο πήγαν μια βόλτα στο δάσος.
Όταν γύρισαν πίσω στο χορό ανακοίνωσαν την απόφασή τους να παντρευτούν.



Ένας δράκος άρπαξε την Ακρογιαλιά.
Ο πρίγκιπας Λούικ την έψαχνε σε όλα τα μέρη της γης.
Ρωτούσε τη mare και της έλεγε «ψάχνω την Ακρογιαλιά»
Ο Βασιλιάς Φωτιάς και η Συννεφένια είχαν πια συμπαθήσει την Ακρογιαλιά και την έψαχναν κι αυτοί παντού.
Έστειλαν λοιπόν  αγγελιοφόρους σε όλο τον μαγικό ωκεανό να πουν για την εξαφάνιση της Ακρογιαλιάς.



Μετά από καιρό ο Λούικ βρέθηκε στα μαύρα βουνά του μαγικού ωκεανού. Κάτι του έλεγε μέσα του ότι κάπου εκεί  ήταν η Ακρογιαλιά φυλακισμένη.
Κάτι έλαμπε στα μαύρα βουνά και πήγε προς τα εκεί.
Είδε τον πύργο του Δράκου Άιφελ. Ο Λούικ έπρεπε να βρει τρόπο να μπει μέσα για να πάρει την Ακρογιαλιά.
Μπήκε κρυφά από την πόρτα της αποθήκης που εκεί έκρυβε ο Δράκος Άιφελ την Ακρογιαλιά.
Ο Βασιλιάς Φωτιάς και η Συννεφένια έψαχναν τον γιό τους που ήταν ο Λούικ . 



Οι στρατιώτες σύννεφα που έστειλαν κύκλωσαν τον πύργο του Δράκου.
Η νύχτα ήρθε και γέμισε ο ουρανός αστέρια.



Οι στρατιώτες φύλαγαν τον πύργο για να πιάσουν το Δράκο Άιφελ. Όταν ήρθε τον έπιασαν.
Ο πρίγκιπας Λούικ πήρε την Ακρογιαλιά και γύρισαν στο παλάτι τους.
Παντρεύτηκαν και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.»

Αυτό το παραμύθι είπε η Ακρογιαλιά και όλα τα παιδάκια της Ωκεανούπολης χειροκρότησαν.   



  
(το παραμύθι είναι δημιουργία της υπέροχης 6χρονης ανιψιάς μου Μαρίας Γ.που τρελαίνεται να ακούει και λέει παραμύθια)

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

Το παιχνίδι της χαράς!!



Η Eleanor Porter, πριν πολλά χρόνια, έγραψε μια σειρά από παιδικά βιβλία με μια ηρωίδα που αγαπήθηκε πολύ, την Πολυάννα.




Η Πολυάννα αγαπήθηκε τόσο γιατί ήταν το κορίτσι της διπλανής πόρτας.
Έπαιζε ως παιδί. Μεγάλωσε με δυσκολίες που όλοι κατά καιρούς έχουμε.
Έγινε σύζυγος με απλό τρόπο, χωρίς τον πρίγκιπα του παραμυθιού. Έγινε μάνα με χαρές και πίκρες.
Πόνεσε. Έκλαψε. Έμαθε. Συνέχισε να ζει, να μαθαίνει η ίδια και τα παιδιά της….

Θα σκέφτεστε που τη θυμήθηκε αυτή τώρα την Πολυάννα της Porter, που σημειωτέων για την εποχή της είχε μεγάλο σουξέ ως ηθικοπλαστικό βιβλίο για παιδιά που ζούσαν σε μια ηθικοπλαστική κοινωνία.

Για όλα φταίει ένα « ξεσκόνισμα»…Ναι! Ναι!
Κυριολεκτικό όμως. Τακτοποιούσα την βιβλιοθήκη μου  και μέσα σε διάφορα «αραχνιασμένα» βιβλία βρήκα την Πολυάννα.

Και σας την παρουσιάζω για ένα και μοναδικό λόγο:

Είχε μια μαγική συνταγή!


«Έπαιζε το παιχνίδι της χαράς!!»
Σε ότι κι αν συνέβαινε καλό, πολύπλοκο αλλά και δύσκολο ή πολλές φορές δυσάρεστο, η Πολυάννα έβγαζε τη συνταγή.

Το παιχνίδι της χαράς!!

Δεν ήταν καθόλου εύκολο παιχνίδι γιατί σας βεβαιώνω αν δεν ξέρεις τους κανόνες, τις αρχές και τα όριά του, αποτυγχάνει εντελώς.



Άσε που δεν είναι καθόλου εύκολο όταν έχει να κάνεις με άλλους ανθρώπους: γονείς με άλλη φιλοσοφία ζωής, παιδιά που δεν έχουν καν φιλοσοφία ζωής απλά ζουν, γείτονες που κι αν έχουν φιλοσοφία ζωής μπορεί να την διεκδικούν κακότροπα κι απόλυτα και πολλούς άλλους που έχεις εξάρτηση οικονομική και κοινωνική που δεν καταλαβαίνουν πάντα και σε κατατάσσουν στις διαφοροποιημένες κατηγορίες.



Ότι κι αν συμβεί λοιπόν, η Πολυάννα βλέπει τη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού.
Χαμογελά κι αφοπλίζει το Σύμπαν.
Τραγουδά αντί να κλαίει.
Περπατά αντί να στέκεται.
Προχωρά αντί να γυρίζει πίσω.
Χαίρεται με τα μικρά.
Βγάζει την αισιοδοξία από το  απειροελάχιστο καθημερινό πράγμα.


Ωραία! Και λοιπόν?
Ήταν και μια ηρωϊδα άλλης εποχής θα πείτε δικαίως.

Μιας άλλης εποχής?
Και λοιπόν?
Σε τι διαφέρει η σημερινή εποχή από την τότε?
Πριν πόσα χρόνια?
Και τι σχέση έχει ο χρόνος με τα συναισθήματα μας….
Την καθημερινότητα….
Τους γύρω μας…….
Τον πόνο…..
Την απογοήτευση…..
Τη στέρηση……..
Τον αποχωρισμό…..



Σε όλες της εποχές δεν είναι τα ίδια?
Όπως η χαρά.
Η καλοσύνη.
Η αισιοδοξία.
Η αλληλεγγύη.
Η δημιουργικότητα.



Σήμερα πιστεύετε ότι αν παίξουμε το «παιχνίδι της χαράς» δεν θα πιάσει?

Λέτε?

Γιατί?



Μήπως φοβάστε να διαφοροποιηθείτε από τη μιζέρια?
Μήπως φοβάστε μην σας πουν αφελείς και χαζοχαρούμενους?
Μήπως φοβάστε ότι δεν θα τα καταφέρετε….?

Ναι! ναι! σας βλέπω.(τι γοργόνα θα ήμουν….αν δεν…)



Αυτό είναι λοιπόν φοβόμαστε τη χαρά.
Είναι πιο εύκολη η μιζέρια, η κακομοιριά, η απαισιοδοξία….

Θα σας πω στο αυτί γιατί.

Έτσι μας καλοδέχονται όλοι και μας φροντίζουν, μας βοηθάνε, μας καταλαβαίνουν…γινόμαστε λίγο κακομαθημένα παιδάκια που θέλουν προστασία και τη θέλουν τώρα….

Δεν ακούσατε?

Έτσι μας καλοδέχονται όλοι και μας φροντίζουν, μας βοηθάνε, μας καταλαβαίνουν…γινόμαστε λίγο κακομαθημένα παιδάκια που θέλουν προστασία και τη θέλουν τώρα

Δεν ακούσατε πάλι? Α!α!α! σε ποιον τα λέτε αυτά?

Έτσι μας καλοδέχονται όλοι και μας φροντίζουν, μας βοηθάνε, μας καταλαβαίνουν…γινόμαστε λίγο κακομαθημένα παιδάκια που θέλουν προστασία και τη θέλουν τώρα



Τι φωνάζω δεν είστε «κουφοί»?
Εγώ δεν είμαι πολύ σίγουρη ούτε για τον εαυτό μου.
Εσείς?

Ξέρετε κάτι δεν είναι κακό να προσπαθήσουμε να το παίξουμε το  «παιχνιδάκι της χαράς»

Στην αρχή με το ζόρι….(θα το κάνω….)

Με αποτυχία….(αχ! ρε κοινωνία…ουψ!μου ξέφυγε)

Με λιγότερη χαρά….(ναι…..αλλά….)

Με πείσμα…..(έμαθα αυτό και με κάνει χαρούμενο/η έστω κι αν τώρα με πονάει λίγο…)



Και που ξέρετε μπορεί και η Πολυάννα να είναι δίπλα μας και να μας γελάει.
Και η Porter τελικά να είναι πολύ χαρούμενη που τα βιβλιαράκια της έγιναν best seller.

Εμένα πάντως δεν με πειράζει καθόλου να με λέτε γραφική…

Ή από άλλη εποχή…

Ή «τρελή»….

Ή με το όνομά μου «Γοργόνα Mare»
Έ! Μην ξεχνάτε το παιχνίδι αρχίζει ΤΩΡΑ!!



Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Ο Κωστάκης που κάτι ξέχασε……



Ο Κωστάκης είναι ένα αγόρι 10 ετών. Του αρέσει πολύ η βόλτα στη λίμνη και το ψάρεμα.
Αποφάσισε λοιπόν να πάει βόλτα εκεί.


Ετοίμασε το σακίδιό του και πήρε μαζί και το καλάμι του.
Ξεκίνησε χαρούμενος από το σπίτι και περπατούσε στο μεγάλο δάσος.
Στη μέση της διαδρομής σκέφτηκε ότι κάτι είχε ξεχάσει….
Προσχώρησε ακόμα λίγο και τότε θυμήθηκε….



Ξέχασε τον κανόνα που λένε οι γονείς του πάντα:
« όταν φεύγουμε από το σπίτι ειδοποιούμε τους μεγάλους- γονείς- ή αφήνουμε σημείωμα που θα πάμε αν κάποιος δεν είναι το σπίτι»

Ο Κωστάκης σκέφτηκε πως δεν είναι και τόσο τρομερό για μια φορά που έφυγε από το σπίτι και δεν το είπε. Σκέφτηκε επίσης ότι έτσι κι αλλιώς θα γυρνούσε γρήγορα.



Έφτασε στη λίμνη και έβγαλε με μεγάλη προσοχή το καλάμι του.
Έβαλε σκουλήκι στο αγκίστρι του και το έριξε βαθειά….
Να λοιπόν που αμέσως ένα ψάρι τσίμπησε….
Το έβαλε στην τσάντα του.
Στο επόμενο ρίξιμο πιάστηκε και ένα ψάρι ακόμα…
Αυτό συνεχίστηκε για αρκετή ώρα ώσπου η τσάντα του γέμισε ψάρια.
Ήταν πολύ χαρούμενος.
Σε λίγο όμως κατάλαβε ότι άρχισε να νυχτώνει και έπρεπε να γυρίσει πίσω…
Άσε που κατάλαβε ότι πεινούσε πολύ.
Μάζεψε λοιπόν το καλάμι και την τσάντα του και πήρε το δρόμο της επιστροφής.



Το βραδάκι τα πράγματα φαίνονται λίγο διαφορετικά μέσα στο δάσος. Οι θόρυβοι αλλάζουν. Οι κουκουβάγιες φωνάζουν «κουβάουουου κουκουβάουου»
Οι νυχτερίδες κόβουν τη βόλτα τους και περνούν γρήγορα πάνω από τα κλαδιά.
Άσε που όλα τρίζουν….χμ! είναι λιγάκι τρομακτικό όλο αυτό…
Τα δρομάκια του δάσους φαίνονται όλα ίδια.



Ο Κωστάκης φτάνοντας στο πρώτο δίστρατο δεν ήταν και πολύ σίγουρος κατά που να πάει.
Πήρε λοιπόν το δρόμο που του φαινόταν η ευθεία για το σπίτι.
Μετά από λίγο έφτασε σε μια σπηλιά.

«Μάλλον λάθος έκανα. Ας καθήσω να ξεκουραστώ λιγάκι…»
Κάθισε σε μια πέτρα έξω από τη σπηλιά. Σε λίγο βαριά   βήματα ακουστήκαν από μέσα. Γκουπ! Γκουπ! Γκουπ!



Μια αρκούδα βγήκε. Αμάν, σκέφτηκε ο Κωστάκης κι άλλαξε 10 χρώματα.
Το βράδυ οι αρκούδες είναι πολύ ομιλητικές
«Τι κάνεις εδώ? Έξω από το σπίτι μου?»

«πήρα ευθεία το δρόμο να πάω στο δικό μου και φαίνεται χάθηκα»

«και τι γυρεύεις στο δάσος τέτοια ώρα?»
«είχα πάει βόλτα στη λίμνη και ξεχάστηκα…»

«Φαίνεσαι καλό παιδί. Άντε θα πάω ως το μεγάλο δρόμο αλλά θα πηγαίνεις όλο ευθεία. Εντάξει?»

Η Αρκούδα πήγε το αγόρι στο μεγάλο δρόμο και εκείνο για να την ευχαριστήσει της έδωσε δύο ψάρια για να τα φάει με το παιδί της.



Συνέχισε λοιπόν το δρόμο όλο ευθεία.
Βέβαια όπως λέει ο λαός: ¨όποιος νύχτες περπατεί…..»
Σε λίγο διαπίστωσε ότι η ευθεία είναι ένα σχετικό πράγμα αν δεν βλέπεις στο σκοτάδι.
Είδε ένα φως και πήγε κατακεί.
Ένα φωτισμένο ξύλινο σπιτάκι. Δεν ήταν βέβαια το δικό του.
Κουρασμένος κάθισε στα σκαλιά του.
Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και πετάχτηκε από μέσα ένας πανύψηλος λύκος



«Ε! Τι θες εσύ στο σπίτι μου?»
«δεν θέλω κάτι απλά ξεκουράστηκα γιατί χάθηκα στο δάσος…»και του είπε όλη την ιστορία.
«δηλαδή έφυγες και δεν ειδοποίησες κανέναν?»
«Ναι δυστυχώς!»
«και καλά δεν σκέφτηκες πως θα ανησυχήσουν?»
Ο Κωστάκης κατέβασε το κεφάλι και δεν είπε τίποτα.
«Φαίνεσαι καλό παιδί. Θα σε πάω στον κεντρικό δρόμο αλλά θα πας όλο ευθεία. Εντάξει?»
Πραγματικά έτσι και έγινε.
Για να τον ευχαριστήσει ο μικρός του έδωσε 3 ψάρια να τα φάει με τα παιδιά του.

Συνέχισε όλο ευθεία πια. Αποφάσισε να μην στρίψει πουθενά.

Καθώς προχωρούσε και πια σερνόταν από την κούραση έπεσε πάνω σε ένα τεράστιο σκίουρο.
Α! δεν σας είπα ότι οι σκίουροι αν θέλουν το βράδυ γίνονται τεράστιοι….



«Ε! Πρόσεχε μικρέ!!
που πας τέτοια ώρα και δεν βλέπεις και μπροστά σου?»

Ο Κωστάκης κουρασμένος και τρομαγμένος πια του είπε όλη την ιστορία.
«Καλά ένα δεν καταλαβαίνω γιατί δεν πήρες τον πλακόστρωτο φωτισμένο με φαναράκια δρόμο να φτάσεις γρήγορα. Άσε που εκεί έχει πάντα κόσμο που κάνει βόλτα…»



«έχει φωτισμένο δρόμο?»

Εκείνη τη στιγμή πολύς θόρυβος ακουγόταν. Σειρήνες. Αστυνομία.Πυροσβεστική.Φωνές.και….

«Κωστάκηηηηη!» μια γνωστή φωνή.
Μπα! θα μου φάνηκε, σκέφτηκε
« Κωστάκηηηηη!! Κωστάαααακη»

Σε λίγο όλα αυτά ήταν μπροστά του.
Η φωνή έγινε η φιγούρα της μαμάς του.



Έτρεξε και τον αγκάλιασε.
Χάρηκε μεν αλλά φοβόταν ότι θα τον μάλωνε όπου νά ναι
Δεν χρειάστηκε όμως. Ο Αστυνόμος πλησίασε.



«Καλά βρε αγόρι μου γιατί το έκανες αυτό?
Πως έφυγες έτσι από το σπίτι σου?»

Ο Κωστάκης προσπάθησε να εξηγήσει την ιστορία αλλά δεν πρόλαβε γιατί ο Πυροσβέστης τον φώναζε:
«Και καλά άργησες τον μεγάλο δρόμο δεν τον είδες?»
Μα τέλος πάντων με αυτόν το δρόμο….
 

Στη λίμνη όλοι οι δρόμοι είναι ίδιοι είπε ο Κωστάκης
Που είναι επιτέλους αυτός ο μεγάλος δρόμος?



«Την ταμπέλα δεν την είδες?»

«Ταμπέλα ? ποια ταμπέλα? Δεν υπήρχε ταμπέλα…»

Ο Αστυνόμος τότε είπε: «Πράγματι δεν υπάρχουν ταμπέλες γύρω από τη λίμνη…»
Ο Κωστάκης γλίτωσε την κατσάδα αλλά έμαθε και κάτι σημαντικό:
« δεν φεύγουμε από το σπίτι χωρίς να ειδοποιήσουμε τους ανθρώπους μας, γιατί τους στενοχωρούμε και αν χρειαστούμε να βοηθηθούμε σε κάτι δεν θα ξέρουν που να μας βρουν»



Και επίσης: η ευθεία είναι κάτι σχετικό όπως και η ταμπέλες ειδικά αν ζεις στην Ελλάδα.


Καλό υπόλοιπο Κυριακής και Καλή εβδομάδα σε όλους σας!!