Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

ιστορία επιβίωσης

Ο Ούτεκ ,ο  Εσκιμώος, διηγείται την ιστορία της 
επιβίωσης μέσω της φυσικής επιλογής:


«...στην Αρχή του Κόσμου υπήρχε πάνω στη γη μόνο μια Γυναίκα κι ένας Άνδρας.


Τίποτα άλλο δεν περπατούσε, ούτε πέταγε, ούτε κολυμπούσε στον κόσμο, ώσπου μια μέρα η Γυναίκα έσκαψε μια μεγάλη τρύπα στη γη κι άρχισε να ψαρεύει.
Ένα- ένα ψάρευε κι έβγαζε από την τρύπα όλα τα ζώα, και τελευταίο που έβγαλε το καριμπού.


                                               
Τότε ο Καϊλα, ο Θεός του Ουρανού, της είπε ότι το καριμπού ήταν το πιο χρήσιμο από όλα τα ζώα, γιατί αυτό θα βοηθούσε τον άνθρωπο να ζήσει.
Η Γυναίκα άφησε ελεύθερο το καριμπού και του είπε να περπατήσει στη γη και να πολλαπλασιαστεί και το καριμπού την άκουσε κι έκανε όπως είπε η γυναίκα.
Έτσι με τον καιρό η γη γέμισε καριμπού και τα παιδιά της Γυναίκας τα κυνηγούσαν και τρέφονταν καλά, ντύνονταν ζεστά και φτιάχναν τσαντήρια με το τομάρι τους, κι όλα χάρη στα καριμπού.
Τα παιδιά της Γυναίκας κυνηγούσαν μόνο τα μεγάλα και παχιά καριμπού, γιατί τα αδύναμα και μπασμένα δεν είχαν ούτε καλό κρέας, ούτε καλό δέρμα, ούτε καλή γούνα.
Κι έτσι μετά από λίγο καιρό έγινε να πληθήνουν τα αδύναμα και μπασμένα και τα δυνατά και παχιά να λιγοστέψουν.
Τα παιδιά της Γυναίκας το πρόσεξαν αυτό και πήγαν να διαμαρτυρηθούν.
Η Γυναίκα τότε μίλησε στον Καϊλα και του είπε:
΄΄ Δεν έκανες καλή δουλειά γιατί τα καριμπού γίνονται όλο και πιο αδύναμα και αρρωστιάρικα κι αν τα φάμε θα αρρωστήσουμε κι εμείς.΄΄
Ο Καϊλα την άκουσε και της είπε:΄΄την έκανα πολύ καλά τη δουλειά μου αλλά τώρα θα μιλήσω του Αμοράκ (το πνεύμα του λύκου)και θα του πω να μηνύσει στα παιδιά σου να τρώνε όλο τα μικρά κι αρρωστιάρικα καριμπού, για να μείνει στη γη και το χορτάρι για τα γερά και τα μεγάλα μόνο΄΄


                                                    
Έτσι κι έγινε και για αυτό ο λύκος και το καριμπού είναι μια και αυτή οντότητα γιατί το καριμπού τρέφει τον λύκο μα ο λύκος κρατά τα κοπάδια γερά και παχιά.»

           Απόσπασμα από το «Λύκοι, σας παρακαλώ μην κλαίτε»
                                           Φάρλεϋ Μόατ

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

πάμε μαζί...!!

Χρειαζόμαστε λίγο φως, λίγο άρωμα, λίγο χρώμα στα καλοκαιρινά μας βράδυα.
Μπορούμε να κοιτάξουμε μαζί το φεγγάρι!
Μπορούμε να μυρίσουμε μαζί τα γιασεμιά και το αγιόκλημα!
Μπορούμε να ζωγραφίσουμε μαζί τα ονειρά μας!!
Ας χορέψουμε στο σκοτάδι κάτω από τα άστρα!
Ας ονειρευτούμε μια καλύτερη μέρα!!

Σε όλους τους γλυκούς ανθρώπους που κρύβουν λίγο "ροζ " στη ψυχή τους!!

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Γεύσεις από τα παλιά




Όταν ήμουν μικρή, η χαρά του καλοκαιριού ήταν μια μεγάλη βόλτα στην πλατεία.
Πηγαίναμε από την μία φορά  της κι ύστερα από την αντίθετη για να χαιρετήσουμε όσους γνώριμους  είχαν την ίδια ιδέα της βόλτας.

Και στο τέλος καθόμαστε στο Ζαχαροπλαστείο παίρνοντας ένα τεράστιο ποτήρι κρύο νερό με το κουταλάκι ξέχειλο στη βανίλια.
«Υποβρύχιο»






Μια μαγική γεύση που έρεε βελούδινη στο στόμα και γέμιζε την καρδιά χαρά
Διαγωνιζόμαστε ποιος θα τη φάει πιο αργά…
Να κρατήσει η απόλαυση και να κερδίσει το στοίχημα…
Δεν βιαζόμαστε…
Απολαμβάναμε….
Ο χρόνος είχε σταματήσει….

                                                                      


Το γλυκό της Μαστίχας
Η ζάχαρη έφερε μαζί της από την Ανατολή που μας ήρθε και τα μυστικά της.
Οι Περσικές και Αραβικές συνταγές ανεμείχθηκαν με τις δικές μας, σ' ένα πολύ ευχάριστο γευστικό αποτέλεσμα.
Η Χιώτικη μαστίχα, παγκόσμια αποκλειστικότητα του νησιού, μαζί με τη ζάχαρη δημιούργησε το γλυκό του κουταλιού Μαστίχα, μια διαφορετική και αρωματική μορφή βανίλιας, το γνωστό "υποβρύχιο".
Η μαστίχα αυτή, από τον περασμένο αιώνα διαδόθηκε ως γλυκό υποδοχής στα μεγαλοαστικά σπίτια της Ελληνικής διασποράς και κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, όπου με το όνομα "Άσπρο Γλυκό" συνεχίζει και σήμερα να είναι το επίσημο γλυκό του Πατριαρχείου.

Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Πανσέληνος!

Με τη Σελήνη να μας οδηγεί....
Για όσους ονειρεύονται ακόμα...
Για όσους θέλουν να ονειρευτούν μα δεν μπορούν....
Για όσους μπορούν τα ονειρευτούν αλλά δεν θέλουν...
Ένα φεγγάρι υπάρχει εκεί ψηλά για να μας θυμίζει ότι όπου και να είμαστε, όποιοι και να είμαστε, όπως και να είμαστε,το βλέπουμε μαζί!!



Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Το λιοντάρι, το τσακάλι και ο άνθρωπος

Η γοργόνα, εκτός από το να ετοιμάζεται για το ταξίδι της, είχε και τη μικρή Leila που ήθελε να της λέει ιστορίες και να την παίζει.Δεν μπορούσε να της το αρνηθεί και η μικρή το ήξερε και το εκμεταλλεύονταν."Σήμερα Leila θα διαβάσουμε ένα παραμύθι από πολύ μακρυά" 
Πόσο μακρυά όπως τα μέρη που θες να πας?
" Κάπως έτσι..."





Από τη Νότια Αφρική

"Μια φορά κι έναν καιρό, τον πολύ παλιό καιρό, το Λιοντάρι, ο βασιλιάς της ζούγκλας, και το Τσακάλι, ο μυστικοσύμβουλός του, συναντήθηκαν για να συζητήσουν πώς θα αντιμετωπίσουν τους εχθρούς του βασιλείου.
Κάποια στιγμή το Λιοντάρι άρχισε να καυχιέται για τη δύναμή του.

«Είμαι το πιο δυνατό και το πιο έξυπνο ζώο», είπε, «μονάχα εγώ αξίζει να είμαι βασιλιάς».
Το Τσακάλι πάντα κολάκευε το Λιοντάρι, όμως, αυτή τη φορά, αποφάσισε να του δώσει ένα μάθημα.
 «Όλα τα ζώα αναγνωρίζουν τη δύναμη και την εξυπνάδα σου», του απάντησε, «όμως, δυστυχώς, υπάρχει ένα ζώο πιο δυνατό από σένα. Το λένε άνθρωπο, και το αρσενικό του, ο άνδρας, έχει πολλά χαρίσματα».

«Πάμε να μου το δείξεις», είπε το Λιοντάρι. «Πρόσεξε, όμως, γιατί αν με κοροϊδεύεις, θα το πληρώσεις ακριβά».

Μπροστά το Τσακάλι πίσω το Λιοντάρι, άρχισαν να περιπλανιούνται στη σαβάνα, αναζητώντας τον άνδρα, το πιο δυνατό ζώο στον κόσμο. Στον δρόμο τους συνάντησαν ένα αγόρι.

«Αυτός είναι ο πανίσχυρος άνδρας;», ρώτησε το Λιοντάρι.

«Όχι», απάντησε το Τσακάλι, «αυτός δεν έχει γίνει ακόμα άνδρας, βασιλιά μου».

Ύστερα από λίγο συνάντησαν έναν γέροντα, που βάδιζε με σκυμμένο το κεφάλι, στηριγμένος σ' ένα μπαστούνι.

«Αυτός είναι ο πανίσχυρος άνδρας;», ρώτησε το Λιοντάρι.

«Όχι, βασιλιά μου», απάντησε το Τσακάλι, «κάποτε ήταν πανίσχυρος άνδρας, αλλά δεν είναι πια».

Συνέχισαν να βαδίζουν, ώσπου, σε λίγο, συνάντησαν έναν νεαρό, που είχε βγει με τα σκυλιά του να κυνηγήσει.

«Νάτος ο άνδρας, βασιλιά μου», είπε το Τσακάλι. «Αναμετρήσου μαζί του, κι αν τον νικήσεις, τότε είσαι στ' αλήθεια το πιο δυνατό ζώο στον κόσμο».


«Τώρα θα δει με ποιον έχει να κάνει», είπε το Λιοντάρι, ενώ το Τσακάλι έτρεξε να κρυφτεί πίσω από τους θάμνους, για να παρακολουθήσει με ασφάλεια τη μονομαχία Ανθρώπου και Λιονταριού.

Μ' έναν δυνατό βρυχηθμό, το Λιοντάρι όρμησε προς τον κυνηγό, αλλά πριν προλάβει να τον πλησιάσει, τα σκυλιά το περικύκλωσαν. Χωρίς να τους δώσει μεγάλη σημασία, τα παραμέρισε με την πατούσα του και τα σκόρπισε, αλλά αυτά συνέχισαν να γαβγίζουν και να του δείχνουν τα δόντια τους.

Τότε, ο άνδρας πυροβόλησε και χτύπησε το Λιοντάρι στον ώμο.
Ούτε τώρα πτοήθηκε το Λιοντάρι και επιτέθηκε στον κυνηγό.

Εκείνος, γρήγορος σαν αστραπή, έβγαλε το ατσάλινο μαχαίρι του και χτύπησε με δύναμη το ζώο. Το Λιοντάρι, τρομαγμένο, το έβαλε στα πόδια, ενώ σφύριζαν στ' αυτιά του οι σφαίρες του κυνηγού.

«Τι λες, λοιπόν; Συνεχίζεις να είσαι το πιο δυνατό ζώο στον κόσμο;» ρώτησε το Τσακάλι όταν το Λιοντάρι, λαχανιασμένο, έφτασε κοντά του.

«Όχι, Τσακάλι», απάντησε το Λιοντάρι, «παραχωρώ τον τίτλο μου σ' αυτόν τον -πώς τον είπες;- άνθρωπο. Δεν έχω δει άλλον σαν αυτόν.

Στην αρχή έστειλε δέκα από τους σωματοφύλακές του να μου χιμήξουν.
Μετά, όταν προσπάθησα να τον πλησιάσω, έφτυσε φωτιά καταπάνω μου.
Κι ύστερα, όταν άρχισα να παλεύω μαζί του, ξεκόλλησε από το σώμα του ένα από τα πλευρά του και μ' αυτό με πλήγωσε άσχημα.
Για να γλιτώσω τον θάνατο, αναγκάστηκα να το βάλω στα πόδια και τότε άρχισε να μου πετάει καυτές μπάλες που με τσουρούφλισαν.

Όχι, Τσακάλι, σ' αυτόν αξίζει ο τίτλος του πιο δυνατού στον κόσμο».


Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

η μουσική κι οι ήχοι

Οι ήχοι του Ωκεανού μας φέρνουν πίσω στη γέννηση μας.
Μας  συνδέουν με τη φύση μας, με τη μητέρα Γη...
Μας βάζουν στον κόσμο των ονείρων....
Μας ταξιδεύουν!!
Αισθανόμαστε ότι "Θέλουμε και Μπορούμε''

 

Σάββατο, 24 Ιουλίου 2010

Οι βαλίτσες και τα μπαούλα που κουβαλάμε……


                                                            
Η γοργόνα διάβαζε ξανά και ξανά την ευχή που θα είχε μαζί της στο ταξίδι.
Η μητέρα της την κοιτούσε και δεν μιλούσε…
Κάποια στιγμή της άφησε δίπλα ένα μικρό βιβλίο και της είπε:

«Mare πριν ετοιμάσεις οτιδήποτε άλλο για το ταξίδι σου, διάβασε κι αυτό. Πάρτο μαζί σου αν θες.
Ο παππούς Ωρίων μου το έδωσε στην ηλικία σου….Κι εγώ ήθελα να φύγω….
Μου άρεσε η ιδέα του ταξιδιού…Χρειάζεσαι κάποια εφόδια μαζί. Σκέψου τα και ζήτησε όποια βοήθεια χρειαστείς.»

Πολύ καλοί μαζί μου είναι όλοι. Τι στο καλό, λες κι όλοι αυτό να περίμεναν….

Για να δούμε τι μου έδωσε…
Χμ! έχει σημειώσει και κάποιες σελίδες…,δεν το πιστεύω….
Σαν κάτι να θέλουν να μου πουν και δεν το λένε καθαρά…

Για τα πέτρινα μπαούλα,                                     
τις σχισμές στις πέτρες, 
τα πέτρινα νησιά 
και τι υπάρχει ανάμεσά τους.
Ο Παπαλάγκι κατοικεί σαν το μύδι σ΄ ένα σκληρό καβούκι. Ζει ανάμεσα σε πέτρες όπως η σκολόπεντρα μέσα στις ρωγμές της πετρωμένης λάβας. Πέτρες είναι γύρω του, δίπλα του και πάνω του. Η καλύβα του μοιάζει μ' ένα όρθιο μπαούλο από πέτρα. Ένα μπαούλο με πολλά συρτάρια και πολλές τρύπες.
Από ένα μόνο σημείο μπορεί κανείς να μπει και να βγει στο πέτρινο καβούκι. Το σημείο αυτό ο Παπαλάγκι το ονομάζει είσοδο, όταν μπαίνει στην καλύβα και έξοδο όταν βγαίνει, παρ' όλο που και τα δύο είναι ένα και το ίδιο πράγμα. Στο σημείο αυτό λοιπόν υπάρχει μια μεγάλη σανίδα που πρέπει κανείς να τη σπρώξει με δύναμη για να μπορέσει να μπει στην καλύβα. Ακόμη όμως βρίσκεται στην αρχή και θα πρέπει να σπρώξει πολλές ακόμη σανίδες, ώσπου να βρεθεί πραγματικά μέσα στην καλύβα.



                                                      
Στις καλύβες τώρα συμβαίνει να κατοικούν περισσότεροι άνθρωποι απ' όσοι ζουν σ' ένα μόνο χωριό της Σαμόας και γι' αυτό πρέπει κανείς να ξέρει ακριβώς το όνομα της Άϊγκα (οικογένειας) που θέλει να επισκεφτεί. Γιατί κάθε Άϊγκα έχει για τον εαυτό της ένα ιδιαίτερο μέρος του πέτρινου μπαούλου, ή επάνω ή κάτω ή στο κέντρο, αριστερά ή δεξιά ή στη μέση. Και η μια Άϊγκα συχνά δεν ξέρει τίποτα απολύτως για τις άλλες, λες και δεν τους χωρίζει μόνο ένας πέτρινος τοίχος, αλλά είναι σαν να βρίσκονται ανάμεσά τους βουνά και λαγκάδια και πολλές θάλασσες. Συχνά δεν ξέρουν τα ονόματά τους, κι αν συναντηθούν στην τρύπα της εισόδου χαιρετιούνται μόλις και μετά βίας ή μουρμουρίζουν μέσα από τα δόντια τους κάτι στον άλλο σαν κάτι εχθρικά έντομα. Σαν να τους εξοργίζει το ότι είναι υποχρεωμένοι να ζουν τόσο κοντά ο ένας με τον άλλο.
Αν τώρα η Άϊγκα μένει επάνω, κάτω ακριβώς από τη στέγη της καλύβας, θα πρέπει κανείς να σκαρφαλώσει σε πολλά κλαδιά, ζιγκ-ζαγκ ή στριφογυριστά, μέχρι να φτάσει στο σημείο όπου είναι γραμμένο στον τοίχο το όνομα της Άϊγκα. Κι εκεί βλέπει κανείς μπροστά του κάτι που μοιάζει με γυναικεία ρόγα, την πιέζει μέχρι ν' ακουστεί μια κραυγή που καλεί την Άϊγκα να έρθει. Αυτή κοιτάζει μέσα από μια μικρή, στρογγυλή τρύπα μήπως είναι κανένας εχθρός κι αν είναι δεν ανοίγει. Αν όμως αναγνωρίσει τον φίλο, ξεσφαλίζει αμέσως τη μεγάλη σανίδα, που είναι καλά ασφαλισμένη με αλυσίδα και την τραβά προς το μέρος της, έτσι ώστε να μπορεί ο ξένος να μπει μέσα από τη σχισμάδα στην πραγματική καλύβα.
Η πραγματική καλύβα τώρα είναι χωρισμένη με πολλούς πέτρινους όρθιους τοίχους και σπρώχνοντας πολλές σανίδες, προχωρά κανείς από μπαούλο σε μπαούλο, ενώ αυτά γίνονται όλο και μικρότερα. Κάθε μπαούλο - που ο Παπαλάγκι το ονομάζει δωμάτιο - έχει μια τρύπα, αν είναι μεγαλύτερο έχει δύο ή και περισσότερες, απ' όπου μπαίνει φως. Οι τρύπες αυτές είναι σκεπασμένες με γυαλί, που μπορεί κανείς να το απομακρύνει, όταν θέλει να μπει στα μπαούλα φρέσκος αέρας, πράγμα που είναι απαραίτητο. Υπάρχουν όμως και πολλά μπαούλα χωρίς τρύπα για το φως και τον αέρα.
Ένας Σαμοανός σύντομα θα έσκαγε μέσα σ' ένα τέτοιο μπαούλο, γιατί από πουθενά δεν μπαίνει φρέσκο αεράκι, όπως συμβαίνει σε κάθε καλύβα της Σαμόας. Επίσης και οι μυρωδιές του μαγειρείου ζητούν διέξοδο. Συνήθως όμως ο αέρας που μπαίνει απέξω δεν είναι πολύ καλύτερος και δύσκολα καταλαβαίνει κανείς, πως ένας άνθρωπος καταφέρνει εδώ να επιζήσει και πως δεν γίνεται από τη νοσταλγία πουλί, πως δεν του φυτρώνουν φτερούγες, ώστε να μπορέσει να πετάξει μακριά, εκεί όπου είναι ο αέρας και ο ήλιος. Ο Παπαλάγκι όμως αγαπά τα πέτρινα μπαούλα του και δεν αντιλαμβάνεται πια την καταστροφικότητά τους.
Κάθε μπαούλο τώρα έχει έναν ιδιαίτερο σκοπό. Το μεγαλύτερο και το φωτεινότερο είναι για να δέχεται η Άϊγκα επισκέψεις, ένα άλλο είναι για τον ύπνο. Εδώ έχει απλωμένα τα στρώματα, δηλαδή αυτά είναι πάνω σ' ένα ξύλινο πλαίσιο με μακριά πόδια για να μπορεί να περνά ο αέρας από κάτω τους. Ένα τρίτο μπαούλο είναι για τα γεύματα και για να κάνουν σύννεφα καπνού, ένα τέταρτο για τις προμήθειες τροφίμων, στο πέμπτο μαγειρεύουν και στο τελευταίο και το μικρότερο πλένονται. Αυτό είναι και το πιο ωραίο. Οι τοίχοι είναι σκεπασμένοι με μεγάλους καθρέφτες, το πάτωμα είναι στρωμένο με χρωματιστές πέτρες και μες στη μέση βρίσκεται μια μεγάλη πιατέλα από μέταλλο ή πέτρα, μέσα στην οποία τρέχει λιασμένο και άλιαστο νερό. Σ' αυτή την πιατέλα, που είναι τόσο μεγάλη, μεγαλύτερη ακόμη και από τον τάφο ενός φύλαρχου, μπαίνει κανείς για να καθαριστεί και να ξεπλύνει από το σώμα του την πολλή σκόνη των πέτρινων μπαούλων. Φυσικά υπάρχουν και καλύβες με περισσότερα μπαούλα. Υπάρχουν μάλιστα καλύβες όπου το κάθε παιδί έχει το δικό του μπαούλο, καθώς και κάθε υπηρέτης του Παπαλάγκι, ακόμη και τα σκυλιά του και τ' άλογά του.
Ανάμεσα σ' αυτά τα μπαούλα λοιπόν ο Παπαλάγκι περνάει τη ζωή του. Μια βρίσκεται σ' αυτό και μια στο άλλο μπαούλο, ανάλογα με την ώρα της ημέρας. Εδώ μεγαλώνουν τα παιδιά του, εδώ ψηλά πάνω από τη γη, συχνά ψηλότερα κι απ΄ όσο φτάνει ένα μεγάλο φοινικόδεντρο - ανάμεσα σε πέτρες. Πότε - πότε ο Παπαλάγκι εγκαταλείπει το ιδιωτικό του μπαούλο, όπως το ονομάζει, για να χωθεί σ' ένα άλλο μπαούλο, που προορίζεται για τις δουλειές του, τις οποίες θέλει να κάνει ανενόχλητος, χωρίς την παρουσία γυναικών και παιδιών. Σ' αυτό το διάστημα τα κορίτσια και οι γυναίκες βρίσκονται στο μαγειρειό και μαγειρεύουν ή γυαλίζουν τα ποδοδέρματα ή πλένουν τα πανιά. Αν είναι πλούσιες και μπορούν να έχουν υπηρέτες, κάνουν οι υπηρέτες αυτή τη δουλειά και οι ίδιες πηγαίνουν σε επισκέψεις ή κάνουν νέες προμήθειες τροφίμων.
Με αυτόν τον τρόπο ζουν στην Ευρώπη τόσοι άνθρωποι, όσα είναι τα φοινικόδεντρα που φυτρώνουν στη Σαμόα και ακόμη περισσότεροι μάλιστα. Μερικοί θα νοσταλγούν ίσως πολύ το δάσος και τον ήλιο και το άφθονο φως, αυτό ωστόσο θεωρείται γενικά αρρώστια, που θα πρέπει κανείς να καταπολεμήσει μέσα του. Αν κάποιος δεν είναι ευχαριστημένος μ' αυτήν την πετροζωή, οι άλλοι λένε ότι πρόκειται για έναν αφύσικο άνθρωπο, που θα πει: αυτός δεν ξέρει τι έχει ορίσει ο θεός για τον άνθρωπο.
Αυτά λοιπόν τα πέτρινα μπαούλα βρίσκονται πολλά μαζί και κολλητά το' να με τ' άλλο, κανένα δένδρο, κανένας θάμνος δεν τα χωρίζει, στέκονται σαν άνθρωποι στη σειρά και στο καθένα κατοικούν τόσοι πολλοί Παπαλάγκι, όσοι και σ' ένα ολόκληρο χωριό της Σαμόας. Σε απόσταση μιας πετριάς, στην άλλη πλευρά βρίσκεται μια ίδια σειρά πέτρινων μπαούλων, πάλι το ένα δίπλα στο άλλο και σ' αυτά επίσης κατοικούν άνθρωποι. Έτσι δημιουργείται ανάμεσα στις δύο σειρές μια στενή σχισμάδα, που ο Παπαλάγκι την ονομάζει "δρόμο". Η σχισμάδα αυτή συχνά έχει μάκρος όσο και ένα ποτάμι και είναι στρωμένη με σκληρές πέτρες. Πρέπει να βαδίσει κανείς πολύ ώσπου να βρει ένα πιο ανοιχτό σημείο. Και εδώ όμως καταλήγουν πάλι σχισμάδες το ίδιο μακριές. Έτσι μπορεί κανείς μέρες ολόκληρες να περιπλανιέται ανάμεσα σ' αυτές τις σχισμάδες μέχρι να βρει πάλι ένα δάσος ή ένα μεγάλο κομμάτι γαλάζιου ουρανού. Ανάμεσα στις σχισμάδες σπάνια βλέπει κανείς πραγματικά γαλάζιο ουρανό, γιατί σε κάθε καλύβα υπάρχει τουλάχιστον μια και συχνά πάρα πολλές φωτιές που γεμίζουν διαρκώς τον αέρα με πολύ καπνό και στάχτη, όπως όταν ξεσπά ο μεγάλος κρατήρας στη Σαβάι. Η στάχτη πέφτει μέσα στις σχισμάδες, έτσι ώστε μεγάλα πέτρινα μπαούλα να μοιάζουν με το βούρκο στα έλη του Μανγκρόβε και στα μάτια και στα μαλλιά των ανθρώπων να χώνεται μαύρο χώμα και στα δόντια τους να μπαίνει σκληρή άμμος.
Όλα αυτά όμως δεν εμποδίζουν τους ανθρώπους να τριγυρνάν σ' αυτές τις σχισμάδες από το πρωί μέχρι το βράδυ. Υπάρχουν μάλιστα πολλοί που το χαίρονται ιδιαίτερα. Σε μερικές μάλιστα σχισμάδες οι άνθρωποι στριμώχνονται και κυλάν εκεί μέσα σαν πηχτός βούρκος. Αυτοί είναι οι δρόμοι όπου είναι στημένα τεράστια γυάλινα κιβώτια και μέσα σ' αυτά είναι απλωμένα όλα τα πράγματα που χρειάζεται ένας Παπαλάγκι για να ζήσει: Πανιά, στολίδια για το κεφάλι, χειροδέρματα και ποδοδέρματα, τρόφιμα, κρέας και αληθινή τροφή - όπως φρούτα και λαχανικά - και πάρα πολλά άλλα πράγματα. Είναι απλωμένα έτσι για να προκαλούν τους ανθρώπους. Κανένας όμως, όσο κι αν το έχει απόλυτη ανάγκη, δεν μπορεί να πάρει έτσι απλά κάτι. Θα πρέπει πρώτα να του δώσουν μια ειδική άδεια και να έχει προσφέρει μια θυσία.
Στις σχισμάδες αυτές καραδοκούν απ' όλες τις μεριές πολλοί κίνδυνοι, γιατί οι άνθρωποι όχι μόνο βαδίζουν χωρίς καμιά τάξη, αλλά τους μεταφέρουν ακόμη αμάξια και άλογα προς όλες τις κατευθύνσεις ή ακόμη και μεγάλα γυάλινα μπαούλα, που γλιστράν πάνω σε μεταλλικές λωρίδες. Ο θόρυβος είναι μεγάλος. Τ' αυτιά σου ξεκουφαίνονται, γιατί τα άλογα βροντάν με τα πέταλά τους στις πέτρες του δρόμου, οι άνθρωποι χτυπάν πάνω σ' αυτές με τα σκληρά τους ποδοδέρματα. Τα παιδιά φωνάζουν, οι άντρες φωνάζουν από χαρά ή από φρίκη, όλοι φωνάζουν. Κυριαρχεί γενικά ένα βουητό, ένα τριζοβολητό, ποδοβολητό και αχολογητό, λες και βρίσκεσαι στον ψηλό κυματοθραύστη της Σαβάι μια μέρα που λυσσομανάει η χειρότερη θύελλα. Κι όμως το βουητό της θύελλας είναι γλυκό και δεν σου παίρνει το κεφάλι όπως αυτός ο θόρυβος ανάμεσα στις σχισμάδες.
Αυτά τώρα όλα μαζί: τα πέτρινα μπαούλα με τους πολλούς ανθρώπους, οι ψηλές σχισμάδες που τραβούν προς τα εδώ και προς τα εκεί σαν χιλιάδες ποτάμια, οι άνθρωποι εκεί μέσα, ο θόρυβος και το βουητό, η μαύρη σκόνη και ο καπνός πάνω απ' όλα αυτά, χωρίς ούτε ένα δέντρο, χωρίς το γαλάζιο τ' ουρανού, χωρίς καθαρό αέρα και σύννεφα - όλα αυτά αποτελούν αυτό που ο Παπαλάνγκι ονομάζει "πόλη". Είναι η δική του δημιουργία και είναι πολύ περήφανος γι' αυτή. Μολονότι εδώ ζουν άνθρωποι που ποτέ δεν έχουν αντικρίσει με τα μάτια τους ένα δέντρο, ποτέ ένα δάσος, ποτέ έναν καθαρό ουρανό, ποτέ το μεγάλο Πνεύμα. Άνθρωποι που ζουν σαν εκείνα τα ερπετά της λιμνοθάλασσας κάτω από τα κοράλλια, μολονότι αυτά τα βρέχει ακόμη το πεντακάθαρο νερό της θάλασσας και τα φιλάει ο ήλιος με το ζεστό του στόμα. Να είναι άραγε ο Παπαλάνγκι περήφανος για τις πέτρες που έχει μαζέψει; Δεν ξέρω. Ο Παπαλάνγκι είναι ένας άνθρωπος με εντελώς δική του λογική. Κάνει πολλά που δεν έχουν νόημα και τον αρρωσταίνουν κι όμως τα εξυμνεί και τραγουδά τραγούδια γι' αυτά του τα κατορθώματα.
Η πόλη είναι λοιπόν αυτό που περιέγραψα. Υπάρχουν όμως πολλές πόλεις, μικρές και μεγάλες. Οι μεγαλύτερες είναι αυτές που κατοικούν οι ανώτατοι φύλαρχοι της χώρας. Όλες οι πόλεις είναι διασκορπισμένες σαν τα δικά μας νησιά στη θάλασσα. Άλλοτε απέχουν όση ώρα κάνουμε εμείς για να φτάσουμε στη θάλασσα, άλλοτε όμως και μια ολόκληρη μέρα. Όλα τα πέτρινα νησιά συνδέονται μεταξύ τους με σημαδεμένα μονοπάτια. Μπορείς όμως να ταξιδέψεις και μ' ένα πλοίο της ξηράς που είναι λεπτό και μακρύ σαν σκουλήκι, ξερνάει συνέχεια καπνό και γλιστράει πολύ γρήγορα πάνω σε μακριά σιδερένια σιρίτια, γρηγορότερα κι από ένα δωδεκαθέσιο κανό που τρέχει με τη μεγαλύτερη ταχύτητα. Αν όμως θέλεις να πεις σ' ένα φίλο σου σε κάποιο άλλο νησί μόνο ένα Ταλόφα (χαιρετισμός των Σαμόα που σημαίνει σ' αγαπώ), δεν χρειάζεται να πας ή να γλιστρήσεις προς αυτόν. 



Φυσάς τα λόγια σου σε μεταλλικές κλωστές, που πηγαίνουν σαν τις κληματαριές από το ένα πέτρινο νησί στο άλλο και  γρηγορότερα και από το πέταγμα ενός πουλιού, φτάνουν τα λόγια σου στο μέρος που θέλεις.
Ανάμεσα σ' όλα τα πέτρινα νησιά βρίσκεται η αληθινή γη, βρίσκεται αυτό που ονομάζεται Ευρώπη. Εδώ η γη είναι σε μερικούς τόπους γόνιμη κι όμορφη όπως σ' εμάς. Έχει δέντρα, ποτάμια και δάση κι εδώ επίσης υπάρχουν μικρά αληθινά χωριά. Μ' όλο που οι καλύβες είναι και στα χωριά από πέτρα, συνήθως περιτριγυρίζονται από καρποφόρα δέντρα και η βροχή μπορεί να τις πλένει απ' όλες τις πλευρές και ο αέρας να τις ξαναστεγνώσει.


                                                                  
Στα χωριά αυτά ζουν άλλοι άνθρωποι, με διαφορετικά μυαλά από τους ανθρώπους της πόλης. Τους ονομάζουν χωριάτες. Έχουν πιο τραχιά χέρια και πιο λερωμένα πανιά από τους ανθρώπους στις σχισμάδες, παρ' όλο που έχουν πολύ περισσότερο να φάνε από εκείνους. Η ζωή τους είναι πολύ πιο υγιεινή και πολύ πιο όμορφη από τη ζωή των ανθρώπων στις σχισμάδες. Οι ίδιοι όμως δεν το πιστεύουν αυτό και φθονούν εκείνους που ονομάζουν τεμπέληδες, επειδή δεν βάζουν τα χέρια τους στο χώμα για να βάλουν ή να βγάλουν καρπούς. Ζουν σε εχθρική σχέση μαζί τους, γιατί αναγκάζονται να μαζεύουν τους καρπούς που τρώει ο άνθρωπος των σχισμάδων, αναγκάζονται να βοσκάν και να μεγαλώνουν τα ζώα μέχρι να παχύνουν και να του δίνουν και απ' αυτά τα μισά. Πάντως κουράζονται πολύ για να βρουν τροφή για όλους τους ανθρώπους των σχισμάδων και δεν βλέπουν το λόγο γιατί εκείνοι να φοράν ωραιότερα πανιά από αυτούς τους ίδιους και να έχουν ωραιότερα άσπρα χέρια και να μην είναι υποχρεωμένοι να ιδρώνουν πολύ στον ήλιο και να κρυώνουν πολύ στη βροχή.
Ο άνθρωπος των σχισμάδων όμως πολύ λίγο ενδιαφέρεται γι' αυτό. Πιστεύει βαθιά ότι έχει ανώτερα δικαιώματα από το χωριάτη και ότι τα έργα του έχουν μεγαλύτερη αξία από το να βγάζει και να βάζει καρπούς στη γη. Αυτή η διαμάχη ανάμεσα στα δύο μέρη δεν είναι βέβαια τέτοια που να οδηγεί σε πόλεμο. Συνήθως ο Παπαλάνγκι, αδιάφορο αν ζει ανάμεσα σε σχισμάδες ή στην ύπαιθρο, τα βρίσκει όλα εντάξει όπως είναι. Ο άνθρωπος της υπαίθρου θαυμάζει το βασίλειο του ανθρώπου στις σχισμάδες, όταν πηγαίνει εκεί και ο άνθρωπος των σχισμάδων τραγουδά και ενθουσιάζεται όταν περνά μέσα από τα χωριά του ανθρώπου της υπαίθρου. Ο άνθρωπος των σχισμάδων αφήνει τον άνθρωπο της υπαίθρου να παχαίνει τεχνητά γουρούνια, ο δεύτερος πάλι αφήνει τον άνθρωπο των σχισμάδων να χτίζει τα πέτρινα μπαούλα του και να τ' αγαπά.
Εμείς όμως, που είμαστε ελεύθερα παιδιά του ήλιου και του φωτός, θα μείνουμε πιστοί στο μεγάλο Πνεύμα και δεν θα του βαρύνουμε την καρδιά με πέτρες. Μόνο παραπλανημένοι, άρρωστοι άνθρωποι, που δεν κρατάν πια το χέρι του Θεού, μπορούν να ζουν ευτυχισμένοι ανάμεσα σε πέτρινες σχισμάδες χωρίς ήλιο, φως και αέρα. Ας χαρίσουμε στον Παπαλάνγκι την αμφίβολη ευτυχία του, αλλά ας τσακίσουμε κάθε του προσπάθεια να χτίσει και στις δικές μας ηλιόλουστες παραλίες πέτρινα μπαούλα και να σκοτώσει την ανθρώπινη χαρά με πέτρες, με σχισμάδες, με βρωμιά, με θόρυβο, με καπνό και με σκόνη, όπως το θέλει το μυαλό του και είναι ο στόχος του.
Απόσπασμα από το καταπληκτικό βιβλίο "Ο ΠΑΠΑΛΑΝΓΚΙ" (Εκδόσεις "ύψιλον")


                                                                       

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

Προετοιμασία ταξιδιού….

                                

                       
Η γοργόνα κατάλαβε πως η πυξίδα του πατέρα δεν ήταν τυχαία πάνω στο γραφείο.
Την κοιτούσε με συγκίνηση. Μαζί της κάνει τα πιο μακρινά του ταξίδια.
Την κρατά με προσοχή και σεβασμό.
Από τη δερμάτινη θήκη της γλιστράει μια καρτούλα:

«Mare το ξέρω ότι κατάλαβες αφού κρατάς την πυξίδα μου στα χέρια σου!!
Παιδί μου μερικές φορές είναι δύσκολο να κοιτάξουμε στα μάτια τον άλλον και να του πούμε?
΄΄ Φύγε –Μπορείς-Γνώρισε την αλήθεια ΄΄
Και ειδικά αν είμαστε ο γονιός και το παιδί είναι πιο δύσκολο ακόμα.
Ο γονιός φοβάται για την ασφάλεια του παιδιού του και το φοβίζει.
Όμως να ξέρεις ότι το αγαπά πάντα.
Πάντα το καμαρώνει.
Πάντα το περιμένει
Καλό ταξίδι!!»

Η γοργόνα δάκρυσε. Πρώτη φορά ο πατέρας της φάνηκε τόσο ευαίσθητος και αληθινός.

Στην κάρτα υπήρχε η υποσημείωση:

Μην ξεχάσεις: ένα ταξίδι θέλει προετοιμασία.
Θέλει ευχές και χρησμούς…
Θέλει την ευχή του Σύμπαντος και του Θεού!!

Την ευχή του θεού ….
Πρέπει να δω τη μάντισσα του βυθού….

Πήρε το χάρτη και πήγε στις γαλάζιες σπηλιές….

Το μυθικό πλάσμα ήταν εκεί….

Η θεία Νώα!!



                                                                                 
Κανείς δεν γνώριζε την ηλικία της. Κάποιοι έλεγαν πως ήταν αιώνες εκεί. Ταξίδευε!!
Έφερνε τα μυστικά του κόσμου και τα έφτιαχνε ελιξίρια και μαγικά φίλτρα. Χρησμούς και γνώσεις αιώνων!!

Η γοργόνα τη φοβόταν λίγο.
Ήταν λιγομίλητη και σκεπτική….

Η Νώα την περίμενε.

«Ήρθες Mare!! Έχεις αρκετό καιρό το κλειδί και το χάρτη!!
Τι περίμενες?
Είμαι σίγουρη την ευχή του Ποσειδώνα!! Την πήρες κι αυτή.»

«που τα ξέρετε όλα αυτά?»

Ε!! Mare είσαι νεαρή ακόμα, μια μέρα θα καταλάβεις…

«ο πατέρας λέει για να ξεκινήσει ένα ταξίδι….»

«….θέλει προετοιμασία.
Θέλει ευχές και χρησμούς…
Θέλει την ευχή του Σύμπαντος και του Θεού…Εννοείται.. Για αυτό ήρθες »

Πήγε στο βάθος της γαλάζιας σπηλιάς κι έφερε τρία μπουκαλάκια.



                                                         
                                                      
    




«θα τα έχεις πάντα μαζί σου. Θα τα χρησιμοποιήσεις μόνο όταν πραγματικά χρειαστείς διαφορετικά δεν θα κάνουν τίποτα.»

Τι είναι?

«Είναι:η υπομονή, η επιμονή και η ελπίδα!

Εάν τα χάσεις, θα χαθείς.

Εάν τα δώσεις σε άλλον δεν θα πάνε χαμένα αλλά θα δέσουν κι εσένα μαζί του για πάντα.

Να είσαι προσεκτική λοιπόν!!
Το υπόσχεσαι?»

Η Mare το υποσχέθηκε.

Η Νώα την κοίταξε στα μάτια και της είπε:

Θα λες πάντα με πίστη την ευχή:


«….  Επικαλούμαι τις δυνάμεις του Σύμπαντος.
Συνδέομαι με την ύψιστη πηγή του Φωτός και της Αγάπης.
Εξυψώνω τη Συνειδητότητά  μου στο χώρο της αιώνιας Σοφίας και Γνώσης.
Η άφθονη ροή της Σοφίας και της Γνώσης καθοδηγεί εμένα και τους γύρω μου.
Με αγάπη   Βλέπω σωστά  - Ακούω σωστά – Νιώθω σωστά-Κατανοώ σωστά – Μεταφέρω σωστά- Μιλώ σωστά – Γράφω σωστά .
Φωτεινά θετικά και τέλεια μέσα στο σχέδιο του φωτός και της αγάπης….. Είμαι Ευγνώμων!!   Ευχαριστώ!....»
(Reiki time –Channeling)




                                                              



Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

το ταξίδι!!

Η γοργόνα κοιτούσε τον χάρτη αρκετές μέρες….
Τα σύμβολα δεν τα πολυκαταλάβαινε.

Τα βιβλία του Ωρίωνα δεν τη βοηθούσαν.

Οδηγός για τα ταξίδια γραμμένος καθαρά δεν υπήρχε.

Όμως το ταξίδι ήθελε να το κάνει. Να γυρίσει όλα τα σημεία του χάρτη και να γνωρίσει άλλους πολιτισμούς. 




                                                                               
Μια φορά θυμήθηκε πως ήρθε από μακρινό ταξίδι  η θεία Φωφώ, η φώκια κι έλεγε απίστευτες ιστορίες. Λες να μπορούσε κι εκείνη.

Έψαξε στο μεγάλο λεξικό της βιβλιοθήκης:

ταξίδι < ταξίδι ή ταξείδι: Υποκοριστικό του Βυζαντινού στρατιωτικού όρου τάξις, "μικρή τάξις" στρατιωτική μονάδα του Βυζαντινού στρατού, ειδική δύναμη στρατιωτική που έπρεπε να μετακινείται συχνά >

ταξίδι ουδέτερο
προορισμός αρσενικό
Δηλαδή αν ταξιδέψω θα είμαι σαν «στρατιωτική δύναμη σε μετακίνηση»…..θα έχω σκοπό…..θα έχω προορισμό?
Και καλά τι σχέση έχει όλο αυτό με το σεντούκι….
Ήθελα να ήξερα ποιος γελάει πίσω από την πλάτη μου….
Κι εκεί που τα σκεφτόταν όλα αυτά.. πλαπ! Έπεσε ένα μικρό βιβλιαράκι.
Χμμ!! να δω τι άλλο θα γίνει σε αυτή τη βιβλιοθήκη….
«το εγχειρίδιο του πολεμιστή του φωτός»
«…ένας πολεμιστής μοιράζεται τον κόσμο του με εκείνους που αγαπά…..στο ξεκίνημά του δηλώνει ΄΄ εγώ έχω όνειρα ΄΄….ξεκίνησε το ταξίδι χωρίς δισάκι κ δίχως σανδάλια….
Δίνει προσοχή σε μικρά πράγματα γιατί αυτά μπορούν να αποδειχθούν δύσκολα εμπόδια….
Ένα αγκάθι, όσο μικρό κι αν είναι, διακόπτει την πορεία του ταξιδιώτη…»  Paulo Coelho(1997)
Άρα ο ταξιδιώτης είναι και ….πολεμιστής…!!
Πολεμά τους φόβους του.
Πολεμά τον εαυτό του.
Πολεμά τις αδυναμίες του.
Ξεπερνά το Εγώ του.
Ανακαλύπτει τους άλλους!
Ανακαλύπτει τον κόσμο!!
Ανακαλύπτει την αλήθεια!!
Ζει!!

«έπειτα από είκοσι χρόνια θα νοιώθεις απογοήτευση σκεπτόμενος όσα δεν έχεις πραγματοποιήσει.
Γι΄αυτό άφησε την ασφάλεια του λιμανιού σου.
Εξερεύνησε
Ονειρέψου
Ανακάλυψε»       Μαρκ Τουέιν

Αχ! Τελικά μπορεί και να μην γελάει κάποιος μαζί μου….
Ότι με παρακολουθεί είναι σίγουρο!!
Ο Ποσειδώνας άφησε την πυξίδα δίπλα στα γυαλιά του…
 
                                                          






Περίεργο….
Ίσως όχι τόσο…
Ίσως κάτι να θέλει να μου πει…χωρίς να μιλήσει καθόλου….

Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2010

Η μαγεία της αναζήτησης

Και τώρα που έχω το κλειδί πρέπει να γυρίσω γρήγορα πίσω να ανοίξω το σεντούκι.
Η mare κολύμπησε προς τον ύφαλο από το απέραντο μπλε…


Η Aquamarine δεν ήταν πουθενά.
Την φώναξε. Πήγε πάνω στο βράχο της. Πουθενά.
«Μα που πήγε? Λες να την έχω φανταστεί ?»

Και βέβαια θα την ξανασυναντούσε αλλά όχι ακόμα….

Η φωτεινή δέσμη των κοραλλιών έμεινε πίσω…

Η mare μπήκε τρέχοντας στο κάστρο και χώθηκε στο δωμάτιο της.

Κάτω από τα μεταξωτά μαντήλια της γιαγιάς βρήκε το σκαλιστό σεντούκι.
Έβγαλε γρήγορα το κλειδί από το μεταγιόν του μαργαριταριού της Εστρέλλια στο λαιμό της, και το έβαλε στην κλειδαριά.
Ταίριαζε.
«Το ανοίγω….»

Ωχ!! απίστευτο !!
Τι είναι αυτό?

Ένας χάρτης!!


                                                                                

Συγγνώμη κι όλο αυτό έγινε για έναν χάρτη?

Τότε είδε ότι το σεντούκι είχε και δεύτερη κλειδαριά και σίγουρα το κλειδί που κρατούσε δεν χωρούσε για να ανοίξει.

Πήρε το χάρτη στα χέρια της.

Τον άνοιξε.

Περίεργος έμοιαζε. Σύμβολα και παράξενα γράμματα!!


                                            
Πρέπει να βρω κάτι ή κάποιον να με βοηθήσει σε όλα αυτά.

Δεν καταλαβαίνω τίποτα.

« Γιατί τόσα εμπόδια ανάμεσα σε μένα και το σκοπό μου?»
Και ξαφνικά στο βιβλίο του Ωρίωνα  η σελίδα που βρέθηκε τυχαία ανοιχτή έλεγε:

« γιατί ρωτάς εμένα?

Τα εμπόδια δεν υπήρχαν μέχρι να έρθεις…

Τα εμπόδια τα έφερες εσύ»

(Χόρχε Μπουκάϊ)

Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

Συνέχεια παραμυθιού……

Η γοργόνα περνούσε την καθημερινότητά της με τη μικρή Leila, παίζοντας, τραγουδώντας και χορεύοντας στην Ωκεανούπολη.

Όμως ο ύφαλος δεν έβγαινε από το μυαλό της.
Πήγαινε κρυφά ως εκεί, ωστόσο δεν προλάβαινε να τον εξερευνήσει όσο θα ήθελε.

«Σήμερα πρέπει να πάω για περισσότερη ώρα», σκέφτηκε.
«Την ώρα του μεσημεριού που η Ωκεανούπολη ησυχάζει»

Ανυπομονούσε να φτάσει η στιγμή…
Κάτι μέσα της έλεγε πως ήρθε η ώρα να μάθει εκείνο που της βασάνιζε τη ψυχή εδώ και καιρό.

Περίμενε και απασχολούσε το μυαλό της με εικόνες από τα βιβλία του παππού Ωρίωνα.
Τα λόγια του γύριζαν ανεμοστρόβιλος στο μυαλό της.

Ξεκίνησε, όταν όλοι έπεσαν στα κοχύλια τους να ονειρευτούν…

                                                                           

Πέρασε πάλι τον κήπο με τα αγάλματα που μέρα δεν την φόβιζαν τόσο αλλά της θύμιζαν ότι ανήκε στον ωκεανό και εκεί θα έπρεπε…να γυρίζει πάντα.

Το γαλαζοπράσινο πάρκο κι οι καταρράκτες έλαμπαν στο φως του μεσημεριού και να το κόκκινο φως φάνηκε…..

Ο ύφαλος!!
Ναι! Στο φως του μεσημεριού έλαμπε ολόκληρος και τη μαγνήτιζε!!

Μπήκε πιο μέσα στα νερά του. Τα κοράλλια άστραφταν στο πέρασμά της. Ξαφνικά κάτι διαφορετικό υπήρχε στο βυθό.

Άσπριζε στο σύνολο των χρωμάτων.
Πλησίασε… "Μα αυτό είναι το όνομά μου!! Απίστευτο!"

                                                       




Και τώρα τι πρέπει να κάνω?
Γύριζε τριγύρω αλλά τίποτα δεν γίνονταν.

«Θα το ακουμπήσω»

Και τότε ένα υπέροχο φως αναδύθηκε από το μονόγραμμα και άνοιξε η πύλη.
Η Αρχόντισσα του υφάλου αναδύθηκε.
«Γεια σου mare! Σε περίμενα! Ήξερα πως θα ερχόσουν μια μέρα»


                                                                               


« Ποια είσαι? Πως ξέρεις το όνομά μου?»

« η Aquamarine γνωρίζει τα πάντα. Για αυτό δεν ήρθες άλλωστε?»
 «Μα!! για αυτό ήρθα?
Για αυτό ήρθα»
Η Αρχόντισσα έβαλε την γοργόνα να καθίσει στο βράχο με τα χρώματα.

                                                                            


«για αυτό ήρθες mare! Ψάχνεις το κλειδί ! έτσι δεν είναι?
Το σεντούκι το βρήκες….Σου χρειάζεται το κλειδί του..
και να ΄σαι…»

«ναι!! Και θα το βρω?
Εσύ το έχεις?»

« Εγώ θα σε βοηθήσω. Όλα τα άλλα θα τα κάνεις μόνη σου.
Μην ξεχνάς ότι μόνοι μας βρίσκουμε ότι επιθυμούμε!!!»

«Ανέβα στο βράχο τον χρωμάτων και πήδα στο χάος του βυθού στο απόλυτο μπλε»

Μα!! Δεν φαίνεται τίποτα!! Φοβάμαι!! δεν ξέρω να πηδώ!!

«Mare, μπορείς!! Κάντο!! Για αυτό ήρθες εδώ!! Μπορείς!!»

Η γοργόνα έτρεμε στην ιδέα του χάους. Παγωμένος άνεμος τριγύρναγε στο βράχο κι αυτό το μπλε ρουφήχτρα να την καταπιεί.

Πήδα τώρα!!

Έπεσε στο κενό και στροβιλιζόταν αρκετή ώρα (ή έτσι νόμιζε…)

Και να!! Φως ξανά!!


                                                  
Ο δίσκος. Πέτρινος. Η ιστορία της Ωκεανούπολης!!
Κάπου ο Ωρίωνας είχε γράψει γι΄ αυτόν στις σημειώσεις του.


Μαγικός και μυστηριώδης!! Ανερμήνευτος !! Σύμβολα!! Κοχύλια !! Όνειρα!! Ζωή και θάνατος μαζί!!

Μια φωνή μέσα της έλεγε να τον περπατήσει….
« μα πως εγώ πόδια δεν έχω…»
Δοκίμασε mare!! Δοκίμασε!! Μπορείς!!

Πλησίασε κι άγγιξε με την ουρά την αρχή του κι όλα άλλαξαν….

Δεν είχε πια ουρά. Λευκά πόδια πατούσαν την πέτρα που χρύσιζε στα βήματά της.
Ήχοι και μουσικές.
Χρώματα και αστέρια!!

Κόντευε να φτάσει στο κέντρο…

«Λες να ανοίξει και τίποτα άλλο?»

Και τότε το είδε.
Ναι!! Ήταν αυτό!!
Ήταν ότι χρειάζονταν.

Το κλειδί!!
                                                                     



Το πήρε και το άγγιξε με δέος!!

«Θα μου πεις την αλήθεια??»

«Θα μου ανοίξεις το σεντούκι??»

Είσαι για μένα!!

Ή μήπως εγώ είμαι δική σου…..

Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

Γιατί ο Ηλιος και η Σελήνη ζουν στον ουρανό

Γιατί ο Ηλιος και η Σελήνη ζουν στον ουρανό


Από τη Νιγηρία

Πριν από πολλά πολλά χρόνια, ο Ήλιος και το Νερό ήταν καλοί φίλοι και κατοικούσαν στη γη. Ο Ήλιος περνούσε πολύ συχνά από το σπίτι του Νερού, αλλά το Νερό ποτέ δεν επισκεπτόταν τον Ήλιο. Μια μέρα, λέει ο Ήλιος στο Νερό: «Καλέ μου φίλε, έχω ένα παράπονο. Γιατί ποτέ δεν περνάς από το σπίτι μου να μου πεις μια καλημέρα;» «Α, φίλε μου», απάντησε το νερό, «το σπίτι σου είναι πολύ μικρό. Αν έρθω να σε επισκεφτώ με τη συνοδεία μου, εσύ πρέπει να βγεις απ' το παράθυρο, για να χωρέσουμε. Αν θέλεις να σε επισκεφθώ, πρέπει να χτίσεις ένα λαμπρό παλάτι. Σε προειδοποιώ, όμως: να είναι πελώριο, γιατί η συνοδεία μου είναι πραγματικά πολύ μεγάλη».

Ο Ήλιος υποσχέθηκε να χτίσει ένα πελώριο παλάτι, κι αμέσως γύρισε σπίτι του στη γυναίκα του, τη Σελήνη. «Πρέπει να χτίσουμε ένα τεράστιο παλάτι για τον φίλο μας το Νερό», είπε στη Σελήνη. «Δεν μπορούμε να το δεχτούμε εδώ μέσα. Εμπρός, αρχίζουμε το χτίσιμο».

Πέρασε καιρός ώσπου να τελειώσουν, κι όταν πια είχε μπει και το τελευταίο κεραμίδι, όταν είχε φυτευτεί και το τελευταίο λουλούδι, ο Ήλιος κάλεσε το Νερό να έρθει να τον επισκεφτεί.

Όταν έφτασε στην πόρτα, το Νερό φώναξε στον Ήλιο: «Ήλιε, φίλε μου, είσαι σίγουρος ότι μπορώ να μπω;» κι εκείνος απάντησε «Μα ναι, φίλε μου!
Έχτισα για σένα ένα πελώριο παλάτι. Πέρασε μέσα».

Και τότε το Νερό άρχισε να ρέει μέσα στο παλάτι, και το συνόδευαν τα ψάρια κι όλα τα πλάσματα της θάλασσας, των ποταμών και των λιμνών. Ανέβαινε το νερό, κι έφτασε τον Ήλιο ως το γόνατο. Τότε, τον ξαναρώτησε: «Ήλιε, φίλε μου, είσαι σίγουρος ότι μπορώ να μπω;» «Ναι, φίλε μου», απάντησε ο Ήλιος και το Νερό συνέχισε να ρέει μέσα στο παλάτι. Όταν πια είχε φτάσει τον Ήλιο ως τον ώμο, το Νερό ξαναρώτησε: «Ήλιε, φίλε μου, χωράει κι άλλους δικούς μου το παλάτι σου;» Ο Ήλιος και η Σελήνη, μη θέλοντας να δυσαρεστήσουν τον καλεσμένο τους, απάντησαν και πάλι «Ναι». Και τότε το Νερό πλημμύρισε το παλάτι, αναγκάζοντας τον Ήλιο και τη Σελήνη να σκαρφαλώσουν στη στέγη για να μην πνιγούν.

Για τελευταία φορά, ρώτησε το Νερό: «Ήλιε, φίλε μου, μήπως πρέπει να σταματήσουν να έρχονται οι δικοί μου;» Όμως ο Ήλιος και η Σελήνη δεν μπορούσαν πια να απαντήσουν. Το Νερό είχε πλημμυρίσει τα πάντα και το ζευγάρι είχε εγκαταλείψει τη στέγη και είχε γαντζωθεί από ένα σύννεφο για να γλιτώσει. Κι έτσι, ποτέ ξανά δεν κατέβηκαν στη Γη ο Ήλιος και η Σελήνη και μέχρι σήμερα ζουν ευτυχισμένοι -και στεγνοί- ψηλά στον ουρανό.