Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Το παιχνίδι της χαράς!!



Η Eleanor Porter, πριν πολλά χρόνια, έγραψε μια σειρά από παιδικά βιβλία με μια ηρωίδα που αγαπήθηκε πολύ, την Πολυάννα.




Η Πολυάννα αγαπήθηκε τόσο γιατί ήταν το κορίτσι της διπλανής πόρτας.
Έπαιζε ως παιδί. Μεγάλωσε με δυσκολίες που όλοι κατά καιρούς έχουμε.
Έγινε σύζυγος με απλό τρόπο, χωρίς τον πρίγκιπα του παραμυθιού. Έγινε μάνα με χαρές και πίκρες.
Πόνεσε. Έκλαψε. Έμαθε. Συνέχισε να ζει, να μαθαίνει η ίδια και τα παιδιά της….

Θα σκέφτεστε που τη θυμήθηκε αυτή τώρα την Πολυάννα της Porter, που σημειωτέων για την εποχή της είχε μεγάλο σουξέ ως ηθικοπλαστικό βιβλίο για παιδιά που ζούσαν σε μια ηθικοπλαστική κοινωνία.

Για όλα φταίει ένα « ξεσκόνισμα»…Ναι! Ναι!
Κυριολεκτικό όμως. Τακτοποιούσα την βιβλιοθήκη μου  και μέσα σε διάφορα «αραχνιασμένα» βιβλία βρήκα την Πολυάννα.

Και σας την παρουσιάζω για ένα και μοναδικό λόγο:

Είχε μια μαγική συνταγή!


«Έπαιζε το παιχνίδι της χαράς!!»
Σε ότι κι αν συνέβαινε καλό, πολύπλοκο αλλά και δύσκολο ή πολλές φορές δυσάρεστο, η Πολυάννα έβγαζε τη συνταγή.

Το παιχνίδι της χαράς!!

Δεν ήταν καθόλου εύκολο παιχνίδι γιατί σας βεβαιώνω αν δεν ξέρεις τους κανόνες, τις αρχές και τα όριά του, αποτυγχάνει εντελώς.



Άσε που δεν είναι καθόλου εύκολο όταν έχει να κάνεις με άλλους ανθρώπους: γονείς με άλλη φιλοσοφία ζωής, παιδιά που δεν έχουν καν φιλοσοφία ζωής απλά ζουν, γείτονες που κι αν έχουν φιλοσοφία ζωής μπορεί να την διεκδικούν κακότροπα κι απόλυτα και πολλούς άλλους που έχεις εξάρτηση οικονομική και κοινωνική που δεν καταλαβαίνουν πάντα και σε κατατάσσουν στις διαφοροποιημένες κατηγορίες.



Ότι κι αν συμβεί λοιπόν, η Πολυάννα βλέπει τη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού.
Χαμογελά κι αφοπλίζει το Σύμπαν.
Τραγουδά αντί να κλαίει.
Περπατά αντί να στέκεται.
Προχωρά αντί να γυρίζει πίσω.
Χαίρεται με τα μικρά.
Βγάζει την αισιοδοξία από το  απειροελάχιστο καθημερινό πράγμα.


Ωραία! Και λοιπόν?
Ήταν και μια ηρωϊδα άλλης εποχής θα πείτε δικαίως.

Μιας άλλης εποχής?
Και λοιπόν?
Σε τι διαφέρει η σημερινή εποχή από την τότε?
Πριν πόσα χρόνια?
Και τι σχέση έχει ο χρόνος με τα συναισθήματα μας….
Την καθημερινότητα….
Τους γύρω μας…….
Τον πόνο…..
Την απογοήτευση…..
Τη στέρηση……..
Τον αποχωρισμό…..



Σε όλες της εποχές δεν είναι τα ίδια?
Όπως η χαρά.
Η καλοσύνη.
Η αισιοδοξία.
Η αλληλεγγύη.
Η δημιουργικότητα.



Σήμερα πιστεύετε ότι αν παίξουμε το «παιχνίδι της χαράς» δεν θα πιάσει?

Λέτε?

Γιατί?



Μήπως φοβάστε να διαφοροποιηθείτε από τη μιζέρια?
Μήπως φοβάστε μην σας πουν αφελείς και χαζοχαρούμενους?
Μήπως φοβάστε ότι δεν θα τα καταφέρετε….?

Ναι! ναι! σας βλέπω.(τι γοργόνα θα ήμουν….αν δεν…)



Αυτό είναι λοιπόν φοβόμαστε τη χαρά.
Είναι πιο εύκολη η μιζέρια, η κακομοιριά, η απαισιοδοξία….

Θα σας πω στο αυτί γιατί.

Έτσι μας καλοδέχονται όλοι και μας φροντίζουν, μας βοηθάνε, μας καταλαβαίνουν…γινόμαστε λίγο κακομαθημένα παιδάκια που θέλουν προστασία και τη θέλουν τώρα….

Δεν ακούσατε?

Έτσι μας καλοδέχονται όλοι και μας φροντίζουν, μας βοηθάνε, μας καταλαβαίνουν…γινόμαστε λίγο κακομαθημένα παιδάκια που θέλουν προστασία και τη θέλουν τώρα

Δεν ακούσατε πάλι? Α!α!α! σε ποιον τα λέτε αυτά?

Έτσι μας καλοδέχονται όλοι και μας φροντίζουν, μας βοηθάνε, μας καταλαβαίνουν…γινόμαστε λίγο κακομαθημένα παιδάκια που θέλουν προστασία και τη θέλουν τώρα



Τι φωνάζω δεν είστε «κουφοί»?
Εγώ δεν είμαι πολύ σίγουρη ούτε για τον εαυτό μου.
Εσείς?

Ξέρετε κάτι δεν είναι κακό να προσπαθήσουμε να το παίξουμε το  «παιχνιδάκι της χαράς»

Στην αρχή με το ζόρι….(θα το κάνω….)

Με αποτυχία….(αχ! ρε κοινωνία…ουψ!μου ξέφυγε)

Με λιγότερη χαρά….(ναι…..αλλά….)

Με πείσμα…..(έμαθα αυτό και με κάνει χαρούμενο/η έστω κι αν τώρα με πονάει λίγο…)



Και που ξέρετε μπορεί και η Πολυάννα να είναι δίπλα μας και να μας γελάει.
Και η Porter τελικά να είναι πολύ χαρούμενη που τα βιβλιαράκια της έγιναν best seller.

Εμένα πάντως δεν με πειράζει καθόλου να με λέτε γραφική…

Ή από άλλη εποχή…

Ή «τρελή»….

Ή με το όνομά μου «Γοργόνα Mare»
Έ! Μην ξεχνάτε το παιχνίδι αρχίζει ΤΩΡΑ!!



Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Ο Κωστάκης που κάτι ξέχασε……



Ο Κωστάκης είναι ένα αγόρι 10 ετών. Του αρέσει πολύ η βόλτα στη λίμνη και το ψάρεμα.
Αποφάσισε λοιπόν να πάει βόλτα εκεί.


Ετοίμασε το σακίδιό του και πήρε μαζί και το καλάμι του.
Ξεκίνησε χαρούμενος από το σπίτι και περπατούσε στο μεγάλο δάσος.
Στη μέση της διαδρομής σκέφτηκε ότι κάτι είχε ξεχάσει….
Προσχώρησε ακόμα λίγο και τότε θυμήθηκε….



Ξέχασε τον κανόνα που λένε οι γονείς του πάντα:
« όταν φεύγουμε από το σπίτι ειδοποιούμε τους μεγάλους- γονείς- ή αφήνουμε σημείωμα που θα πάμε αν κάποιος δεν είναι το σπίτι»

Ο Κωστάκης σκέφτηκε πως δεν είναι και τόσο τρομερό για μια φορά που έφυγε από το σπίτι και δεν το είπε. Σκέφτηκε επίσης ότι έτσι κι αλλιώς θα γυρνούσε γρήγορα.



Έφτασε στη λίμνη και έβγαλε με μεγάλη προσοχή το καλάμι του.
Έβαλε σκουλήκι στο αγκίστρι του και το έριξε βαθειά….
Να λοιπόν που αμέσως ένα ψάρι τσίμπησε….
Το έβαλε στην τσάντα του.
Στο επόμενο ρίξιμο πιάστηκε και ένα ψάρι ακόμα…
Αυτό συνεχίστηκε για αρκετή ώρα ώσπου η τσάντα του γέμισε ψάρια.
Ήταν πολύ χαρούμενος.
Σε λίγο όμως κατάλαβε ότι άρχισε να νυχτώνει και έπρεπε να γυρίσει πίσω…
Άσε που κατάλαβε ότι πεινούσε πολύ.
Μάζεψε λοιπόν το καλάμι και την τσάντα του και πήρε το δρόμο της επιστροφής.



Το βραδάκι τα πράγματα φαίνονται λίγο διαφορετικά μέσα στο δάσος. Οι θόρυβοι αλλάζουν. Οι κουκουβάγιες φωνάζουν «κουβάουουου κουκουβάουου»
Οι νυχτερίδες κόβουν τη βόλτα τους και περνούν γρήγορα πάνω από τα κλαδιά.
Άσε που όλα τρίζουν….χμ! είναι λιγάκι τρομακτικό όλο αυτό…
Τα δρομάκια του δάσους φαίνονται όλα ίδια.



Ο Κωστάκης φτάνοντας στο πρώτο δίστρατο δεν ήταν και πολύ σίγουρος κατά που να πάει.
Πήρε λοιπόν το δρόμο που του φαινόταν η ευθεία για το σπίτι.
Μετά από λίγο έφτασε σε μια σπηλιά.

«Μάλλον λάθος έκανα. Ας καθήσω να ξεκουραστώ λιγάκι…»
Κάθισε σε μια πέτρα έξω από τη σπηλιά. Σε λίγο βαριά   βήματα ακουστήκαν από μέσα. Γκουπ! Γκουπ! Γκουπ!



Μια αρκούδα βγήκε. Αμάν, σκέφτηκε ο Κωστάκης κι άλλαξε 10 χρώματα.
Το βράδυ οι αρκούδες είναι πολύ ομιλητικές
«Τι κάνεις εδώ? Έξω από το σπίτι μου?»

«πήρα ευθεία το δρόμο να πάω στο δικό μου και φαίνεται χάθηκα»

«και τι γυρεύεις στο δάσος τέτοια ώρα?»
«είχα πάει βόλτα στη λίμνη και ξεχάστηκα…»

«Φαίνεσαι καλό παιδί. Άντε θα πάω ως το μεγάλο δρόμο αλλά θα πηγαίνεις όλο ευθεία. Εντάξει?»

Η Αρκούδα πήγε το αγόρι στο μεγάλο δρόμο και εκείνο για να την ευχαριστήσει της έδωσε δύο ψάρια για να τα φάει με το παιδί της.



Συνέχισε λοιπόν το δρόμο όλο ευθεία.
Βέβαια όπως λέει ο λαός: ¨όποιος νύχτες περπατεί…..»
Σε λίγο διαπίστωσε ότι η ευθεία είναι ένα σχετικό πράγμα αν δεν βλέπεις στο σκοτάδι.
Είδε ένα φως και πήγε κατακεί.
Ένα φωτισμένο ξύλινο σπιτάκι. Δεν ήταν βέβαια το δικό του.
Κουρασμένος κάθισε στα σκαλιά του.
Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και πετάχτηκε από μέσα ένας πανύψηλος λύκος



«Ε! Τι θες εσύ στο σπίτι μου?»
«δεν θέλω κάτι απλά ξεκουράστηκα γιατί χάθηκα στο δάσος…»και του είπε όλη την ιστορία.
«δηλαδή έφυγες και δεν ειδοποίησες κανέναν?»
«Ναι δυστυχώς!»
«και καλά δεν σκέφτηκες πως θα ανησυχήσουν?»
Ο Κωστάκης κατέβασε το κεφάλι και δεν είπε τίποτα.
«Φαίνεσαι καλό παιδί. Θα σε πάω στον κεντρικό δρόμο αλλά θα πας όλο ευθεία. Εντάξει?»
Πραγματικά έτσι και έγινε.
Για να τον ευχαριστήσει ο μικρός του έδωσε 3 ψάρια να τα φάει με τα παιδιά του.

Συνέχισε όλο ευθεία πια. Αποφάσισε να μην στρίψει πουθενά.

Καθώς προχωρούσε και πια σερνόταν από την κούραση έπεσε πάνω σε ένα τεράστιο σκίουρο.
Α! δεν σας είπα ότι οι σκίουροι αν θέλουν το βράδυ γίνονται τεράστιοι….



«Ε! Πρόσεχε μικρέ!!
που πας τέτοια ώρα και δεν βλέπεις και μπροστά σου?»

Ο Κωστάκης κουρασμένος και τρομαγμένος πια του είπε όλη την ιστορία.
«Καλά ένα δεν καταλαβαίνω γιατί δεν πήρες τον πλακόστρωτο φωτισμένο με φαναράκια δρόμο να φτάσεις γρήγορα. Άσε που εκεί έχει πάντα κόσμο που κάνει βόλτα…»



«έχει φωτισμένο δρόμο?»

Εκείνη τη στιγμή πολύς θόρυβος ακουγόταν. Σειρήνες. Αστυνομία.Πυροσβεστική.Φωνές.και….

«Κωστάκηηηηη!» μια γνωστή φωνή.
Μπα! θα μου φάνηκε, σκέφτηκε
« Κωστάκηηηηη!! Κωστάαααακη»

Σε λίγο όλα αυτά ήταν μπροστά του.
Η φωνή έγινε η φιγούρα της μαμάς του.



Έτρεξε και τον αγκάλιασε.
Χάρηκε μεν αλλά φοβόταν ότι θα τον μάλωνε όπου νά ναι
Δεν χρειάστηκε όμως. Ο Αστυνόμος πλησίασε.



«Καλά βρε αγόρι μου γιατί το έκανες αυτό?
Πως έφυγες έτσι από το σπίτι σου?»

Ο Κωστάκης προσπάθησε να εξηγήσει την ιστορία αλλά δεν πρόλαβε γιατί ο Πυροσβέστης τον φώναζε:
«Και καλά άργησες τον μεγάλο δρόμο δεν τον είδες?»
Μα τέλος πάντων με αυτόν το δρόμο….
 

Στη λίμνη όλοι οι δρόμοι είναι ίδιοι είπε ο Κωστάκης
Που είναι επιτέλους αυτός ο μεγάλος δρόμος?



«Την ταμπέλα δεν την είδες?»

«Ταμπέλα ? ποια ταμπέλα? Δεν υπήρχε ταμπέλα…»

Ο Αστυνόμος τότε είπε: «Πράγματι δεν υπάρχουν ταμπέλες γύρω από τη λίμνη…»
Ο Κωστάκης γλίτωσε την κατσάδα αλλά έμαθε και κάτι σημαντικό:
« δεν φεύγουμε από το σπίτι χωρίς να ειδοποιήσουμε τους ανθρώπους μας, γιατί τους στενοχωρούμε και αν χρειαστούμε να βοηθηθούμε σε κάτι δεν θα ξέρουν που να μας βρουν»



Και επίσης: η ευθεία είναι κάτι σχετικό όπως και η ταμπέλες ειδικά αν ζεις στην Ελλάδα.


Καλό υπόλοιπο Κυριακής και Καλή εβδομάδα σε όλους σας!!






Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

Το τρενάκι που έτρεχε στα σύννεφα!!




Η Mare καθόταν με τη Leila μπροστά στο παράθυρο και κοιτούσαν τα σύννεφα στην Ωκεανούπολη.
«με τι μοιάζει αυτό Leila
«με αρκουδάκι»
«κι εκείνο εκεί κάτω?»
«με πουλί!!»


Κράτησε αρκετά το παιχνίδι ώσπου η μικρούλα βαρέθηκε.
«Mare θέλω να μου πεις παραμύθι» είπε αποφασιστικά και το προσωπάκι δεν έδειχνε να το συζητά.

Ωραία, λοιπόν, ας πούμε το παραμύθι για το τρενάκι.

Το τρενάκι μας δεν είναι οποιοδήποτε τρενάκι.
Είναι κόκκινο και λαμπερό. Μιλάει. Πηδάει. Τρέχει.
Και το πιο σπουδαίο το τρενάκι μας ονειρεύεται.

Δεν ονειρεύεται απλά πράγματα όπως όλα τα υπέροχα τρενάκια.

Το δικό μας θέλει να πετάξει.
Του αρέσει που τρέχει στα λιβάδια. 



Που μπορεί και διασχίζει τα χωριά και τις πόλεις. Χαίρεται που φεύγει μακριά.
Αλλά ο καημός του είναι να πετάξει.
Όλα τα καθωσπρέπει τρενάκια του λένε πως αυτό δεν γίνεται γιατί σ΄όλο τον κόσμο τα τρενάκια δεν πετούν.


Αυτό όμως δεν ακούει τίποτε.
«να δείτε που μια μέρα το όνειρό μου θα γίνει πραγματικότητα: θα πετάξω!!»

Ο καιρός περνούσε και αυτό δεν γινόταν.
Το τρενάκι μας άρχισε να απογοητεύεται.
Κατσουφιασμένο καθόταν δίπλα στο μικρό ρυάκι που καθρέπτιζε τα μεγάλα μελαγχολικά του μάτια.

Ξάφνου άκουσε: Ει!! Τι τρέχει φίλε?

Ωχ!! ποιος μου μιλά δεν βλέπω κανέναν γύρω μου.

Ε! κοίτα ψηλά, λοιπόν!
Τι κάθεσαι και κλαις μόνος σου?

Μα!! από που έρχεται η φωνή…..

Βρε φίλε! μ΄ αρέσει που θες και να πετάξεις….
Πράγματι αλλά εσύ που το ξέρεις?

Αφού δεν κάνεις έτσι το χοντρό σου κεφάλι να με δεις ποιος σου φταίει…..


Ουάου!! Ένα σύννεφο που μιλάει….

Φυσικά και μιλάω, αφού γυρνάω όλο τον κόσμο να μην μαθαίνω και τίποτα….

Ωραία και τώρα τι θες? Ξέρεις το όνειρό μου….Και λοιπόν…

Τι και λοιπόν ρε φίλε….

Τα όνειρά μας ποτέ δεν γίνονται πραγματικότητα αν δεν τα κυνηγάμε!!

Δηλαδή τι θες να πεις?

Θέλω να πω ότι το όνειρό σου το λες από δω κι από κει….
Το σκέφτεσαι…..
Στενοχωριέσαι για αυτό….
Κι ύστερα τίποτα….


Τι τίποτα?
Τίποτα! Δεν κάνεις τίποτα!!
Ε! πως θες να γίνει?





Και δηλαδή εσύ που είσαι κοσμογυρισμένος τι θα έκανες?

Το θέμα φίλε μου δεν είναι Τι θέλω εγώ να κάνω για το όνειρό σου.
Το θέμα είναι Τι θες εσύ να κάνεις.

Μα ήδη το ξέρεις να πετάξω.
Δεν ξέρω το πώς…..

Χα!χα! ωραίος είσαι…

Καλά με κοροϊδεύεις κι από πάνω γιατί εσύ μπορείς να κάνεις αυτό που θέλω….



Δεν σε κοροϊδεύω απλά διασκεδάζω που ενώ μπορείς να το κάνεις δεν προσπαθείς καθόλου.

Σκέψου πως ήδη μαζί μου εδώ ψηλά!!
Σκέψου πως γλιστράς στα σύννεφα!!
Σκέψου πως βλέπεις τα πάντα από ψηλά!!

Και δηλαδή έτσι θα πετάξω….

Δεν ξέρω για δοκίμασε!!

Το τρενάκι προσπαθεί να σκεφτεί αλλά τίποτε δεν γίνεται….
Βλέπεις δεν γίνεται σου λέω….

Φυσικά δεν γίνεται αφού σκέφτεσαι ότι θες και δεν μπορείς…
Δεν το πιστεύεις το όνειρό σου.
Δεν πιστεύεις στον εαυτό σου.
Προσπάθησε ξανά!!


Το τρενάκι αφέθηκε πάλι στη σκέψη του.
Κάτι άρχισε να αισθάνεται.
Μμμ! Ναι! Ναι! Σαν να μην πατούσε στη γη…
Μπα!! Ιδέα του θα είναι….
Για να ανοίξει τα μάτια του.
Μα φυσικά είναι κανα δυο μέτρα  από τη γη.

Ωχ!! λειτουργεί…και μόλις το λέει πέφτει…
Είπα κι εγώ ότι λειτουργεί…

Πάλι τα ίδια ? τι είπαμε?
ΠΙΣΤΕΨΕ ΤΟ!
Στην πρώτη φορά θα δυσκολευτείς λίγο να ελέγχεις το ύψος μετά δεν είναι τίποτα….


Το τρενάκι μας ξαναπροσπάθησε!!

Σιγά σιγά ανέβηκε ψηλά και πιο ψηλά και λίγο ακόμη και….

Να σαι!! λοιπόν!! Καλωσόρισες στα σύννεφα τρενάκι !!

Πετάω!! Πετάω!!
Πάμε λοιπόν…
Το τρενάκι ανέβαινε, κατέβαινε, σκουντουφλούσε…,δεν τον ένοιαζε τίποτα γιατί ΠΕΤΟΥΣΕ!!
Γλίστραγε στα σύννεφα και χαιρετούσε τους φίλους του που δεν το πίστευαν.
Έτρεχε και φώναζε:

Κυνήγησε το όνειρό σου!!
Προσπάθησε!!
Μπορείς!!

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

Μια ανάμνηση με άρωμα αγάπης και γεύσης




Θυμάμαι όταν έμενα στο σπίτι της γιαγιάς, πόση χαρά είχα όταν έφτιαχνε πίττα.
Στον κήπο μαζεύαμε όλα τα υλικά, μυρωδάτα κρεμμυδάκια, άνηθο, σπανάκι, καυκαλίθρες και άλλα μαγικά μαλακά χορταράκια που τα έλεγε «ψιλικά».


Βοηθούσα από πίσω από τη φούστα της τρέχοντας και κάνοντας λάθη. «Δεν τρώγονται αυτά παιδάκι μου» μου έλεγε γελώντας.


Η τέχνη ερχόταν να μας βρει την ώρα που άνοιγε το φύλλο.
Η ζύμη απλωνόταν σαν τη ζωή να γεμίσει το ξύλινο βαρύ τραπέζι της κουζίνας της και να γίνει λεπτά κεντημένα με μεράκι φύλλα.


Έτσι να την κάνεις κι εσύ, μου έλεγε, θα γίνεται τραγανή.
Όταν τα φύλλα απλώνονταν με χάρη πάνω στο χαλκωματένιο ταψί, γέμιζαν με μυρωδάτα χόρτα και τυρί, ερχόταν η ώρα να μπουν στο χτιστό φούρνο στην αυλή.


Η φωτιά έκαιγε από νωρίς για να πέσει όταν έρθει η ώρα να δεχθεί ο φούρνος στα σωθικά του το μαγικό ταψί.
Και ήταν μαγικό το ταψί, όπως και η γιαγιά…


Όταν περνούσε κάμποση ώρα, κι εγώ δεν καλοθυμάμαι….γινόταν το απίστευτο.
Η μαγική γιαγιά γύριζε ανάποδα την πίττα να ψηθεί κι από τις δύο πλευρές. Απίστευτο? Κι όμως αληθινό.



Φύλλο πλαστό έμαθα να φτιάχνω. Δεν είναι όμως εκείνο το μαγικό της γιαγιάς…..
Φούρνο χτιστό δεν έχω πια κι αρκούμαι  στον ηλεκτρικό φούρνο.
Να την γυρίσω την πίττα ανάποδα ούτε να το σκέφτεστε…..Θα ήταν… η καταστροφή της πίττας….



Όμως έχω στην καρδιά μου το μεράκι.
Έχω στα αυτιά μου το τρίξιμο των ξύλων.
Έχω στη μύτη μου το άρωμα αγάπης .
Και το στόμα μου κατακλύζεται από τη γεύση της ψυχής της.


Η τέχνη να φτιάχνουμε.
Η τέχνη να αγαπάμε.
Η τέχνη να γευόμαστε τις δημιουργίες και την αγάπη μας .
Να το μάθημά μου από τη μαγική γιαγιά μου.
Το μοιράζομαι μαζί σας.
Μυρίστε το.
Ακούστε το.
Γευτείτε το.
Νοιώστε το με τους αγαπημένους σας και με τον εαυτό σας.