Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Ο Κωστάκης που κάτι ξέχασε……



Ο Κωστάκης είναι ένα αγόρι 10 ετών. Του αρέσει πολύ η βόλτα στη λίμνη και το ψάρεμα.
Αποφάσισε λοιπόν να πάει βόλτα εκεί.


Ετοίμασε το σακίδιό του και πήρε μαζί και το καλάμι του.
Ξεκίνησε χαρούμενος από το σπίτι και περπατούσε στο μεγάλο δάσος.
Στη μέση της διαδρομής σκέφτηκε ότι κάτι είχε ξεχάσει….
Προσχώρησε ακόμα λίγο και τότε θυμήθηκε….



Ξέχασε τον κανόνα που λένε οι γονείς του πάντα:
« όταν φεύγουμε από το σπίτι ειδοποιούμε τους μεγάλους- γονείς- ή αφήνουμε σημείωμα που θα πάμε αν κάποιος δεν είναι το σπίτι»

Ο Κωστάκης σκέφτηκε πως δεν είναι και τόσο τρομερό για μια φορά που έφυγε από το σπίτι και δεν το είπε. Σκέφτηκε επίσης ότι έτσι κι αλλιώς θα γυρνούσε γρήγορα.



Έφτασε στη λίμνη και έβγαλε με μεγάλη προσοχή το καλάμι του.
Έβαλε σκουλήκι στο αγκίστρι του και το έριξε βαθειά….
Να λοιπόν που αμέσως ένα ψάρι τσίμπησε….
Το έβαλε στην τσάντα του.
Στο επόμενο ρίξιμο πιάστηκε και ένα ψάρι ακόμα…
Αυτό συνεχίστηκε για αρκετή ώρα ώσπου η τσάντα του γέμισε ψάρια.
Ήταν πολύ χαρούμενος.
Σε λίγο όμως κατάλαβε ότι άρχισε να νυχτώνει και έπρεπε να γυρίσει πίσω…
Άσε που κατάλαβε ότι πεινούσε πολύ.
Μάζεψε λοιπόν το καλάμι και την τσάντα του και πήρε το δρόμο της επιστροφής.



Το βραδάκι τα πράγματα φαίνονται λίγο διαφορετικά μέσα στο δάσος. Οι θόρυβοι αλλάζουν. Οι κουκουβάγιες φωνάζουν «κουβάουουου κουκουβάουου»
Οι νυχτερίδες κόβουν τη βόλτα τους και περνούν γρήγορα πάνω από τα κλαδιά.
Άσε που όλα τρίζουν….χμ! είναι λιγάκι τρομακτικό όλο αυτό…
Τα δρομάκια του δάσους φαίνονται όλα ίδια.



Ο Κωστάκης φτάνοντας στο πρώτο δίστρατο δεν ήταν και πολύ σίγουρος κατά που να πάει.
Πήρε λοιπόν το δρόμο που του φαινόταν η ευθεία για το σπίτι.
Μετά από λίγο έφτασε σε μια σπηλιά.

«Μάλλον λάθος έκανα. Ας καθήσω να ξεκουραστώ λιγάκι…»
Κάθισε σε μια πέτρα έξω από τη σπηλιά. Σε λίγο βαριά   βήματα ακουστήκαν από μέσα. Γκουπ! Γκουπ! Γκουπ!



Μια αρκούδα βγήκε. Αμάν, σκέφτηκε ο Κωστάκης κι άλλαξε 10 χρώματα.
Το βράδυ οι αρκούδες είναι πολύ ομιλητικές
«Τι κάνεις εδώ? Έξω από το σπίτι μου?»

«πήρα ευθεία το δρόμο να πάω στο δικό μου και φαίνεται χάθηκα»

«και τι γυρεύεις στο δάσος τέτοια ώρα?»
«είχα πάει βόλτα στη λίμνη και ξεχάστηκα…»

«Φαίνεσαι καλό παιδί. Άντε θα πάω ως το μεγάλο δρόμο αλλά θα πηγαίνεις όλο ευθεία. Εντάξει?»

Η Αρκούδα πήγε το αγόρι στο μεγάλο δρόμο και εκείνο για να την ευχαριστήσει της έδωσε δύο ψάρια για να τα φάει με το παιδί της.



Συνέχισε λοιπόν το δρόμο όλο ευθεία.
Βέβαια όπως λέει ο λαός: ¨όποιος νύχτες περπατεί…..»
Σε λίγο διαπίστωσε ότι η ευθεία είναι ένα σχετικό πράγμα αν δεν βλέπεις στο σκοτάδι.
Είδε ένα φως και πήγε κατακεί.
Ένα φωτισμένο ξύλινο σπιτάκι. Δεν ήταν βέβαια το δικό του.
Κουρασμένος κάθισε στα σκαλιά του.
Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και πετάχτηκε από μέσα ένας πανύψηλος λύκος



«Ε! Τι θες εσύ στο σπίτι μου?»
«δεν θέλω κάτι απλά ξεκουράστηκα γιατί χάθηκα στο δάσος…»και του είπε όλη την ιστορία.
«δηλαδή έφυγες και δεν ειδοποίησες κανέναν?»
«Ναι δυστυχώς!»
«και καλά δεν σκέφτηκες πως θα ανησυχήσουν?»
Ο Κωστάκης κατέβασε το κεφάλι και δεν είπε τίποτα.
«Φαίνεσαι καλό παιδί. Θα σε πάω στον κεντρικό δρόμο αλλά θα πας όλο ευθεία. Εντάξει?»
Πραγματικά έτσι και έγινε.
Για να τον ευχαριστήσει ο μικρός του έδωσε 3 ψάρια να τα φάει με τα παιδιά του.

Συνέχισε όλο ευθεία πια. Αποφάσισε να μην στρίψει πουθενά.

Καθώς προχωρούσε και πια σερνόταν από την κούραση έπεσε πάνω σε ένα τεράστιο σκίουρο.
Α! δεν σας είπα ότι οι σκίουροι αν θέλουν το βράδυ γίνονται τεράστιοι….



«Ε! Πρόσεχε μικρέ!!
που πας τέτοια ώρα και δεν βλέπεις και μπροστά σου?»

Ο Κωστάκης κουρασμένος και τρομαγμένος πια του είπε όλη την ιστορία.
«Καλά ένα δεν καταλαβαίνω γιατί δεν πήρες τον πλακόστρωτο φωτισμένο με φαναράκια δρόμο να φτάσεις γρήγορα. Άσε που εκεί έχει πάντα κόσμο που κάνει βόλτα…»



«έχει φωτισμένο δρόμο?»

Εκείνη τη στιγμή πολύς θόρυβος ακουγόταν. Σειρήνες. Αστυνομία.Πυροσβεστική.Φωνές.και….

«Κωστάκηηηηη!» μια γνωστή φωνή.
Μπα! θα μου φάνηκε, σκέφτηκε
« Κωστάκηηηηη!! Κωστάαααακη»

Σε λίγο όλα αυτά ήταν μπροστά του.
Η φωνή έγινε η φιγούρα της μαμάς του.



Έτρεξε και τον αγκάλιασε.
Χάρηκε μεν αλλά φοβόταν ότι θα τον μάλωνε όπου νά ναι
Δεν χρειάστηκε όμως. Ο Αστυνόμος πλησίασε.



«Καλά βρε αγόρι μου γιατί το έκανες αυτό?
Πως έφυγες έτσι από το σπίτι σου?»

Ο Κωστάκης προσπάθησε να εξηγήσει την ιστορία αλλά δεν πρόλαβε γιατί ο Πυροσβέστης τον φώναζε:
«Και καλά άργησες τον μεγάλο δρόμο δεν τον είδες?»
Μα τέλος πάντων με αυτόν το δρόμο….
 

Στη λίμνη όλοι οι δρόμοι είναι ίδιοι είπε ο Κωστάκης
Που είναι επιτέλους αυτός ο μεγάλος δρόμος?



«Την ταμπέλα δεν την είδες?»

«Ταμπέλα ? ποια ταμπέλα? Δεν υπήρχε ταμπέλα…»

Ο Αστυνόμος τότε είπε: «Πράγματι δεν υπάρχουν ταμπέλες γύρω από τη λίμνη…»
Ο Κωστάκης γλίτωσε την κατσάδα αλλά έμαθε και κάτι σημαντικό:
« δεν φεύγουμε από το σπίτι χωρίς να ειδοποιήσουμε τους ανθρώπους μας, γιατί τους στενοχωρούμε και αν χρειαστούμε να βοηθηθούμε σε κάτι δεν θα ξέρουν που να μας βρουν»



Και επίσης: η ευθεία είναι κάτι σχετικό όπως και η ταμπέλες ειδικά αν ζεις στην Ελλάδα.


Καλό υπόλοιπο Κυριακής και Καλή εβδομάδα σε όλους σας!!