Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Ο δράκος που έδινε απλόχερα αγάπη!!




Ο δράκος που έδινε απλόχερα αγάπη!!



Στα βάθη της Ωκεανούπολης ζουν πολλά πλάσματα.

Δεν θα μπορούσαμε λοιπόν να μην έχουμε κι έναν Δράκο.

Ο Δράκος μας έμενε σε μια λαμπερή σπηλιά.



Πρασινογάλαζες αποχρώσεις την περιέβαλλαν.

Κοράλλια χρυσοκόκκινα και φούξια ανεμώνες στόλιζαν τον κήπο του.

Πολύ παρεξηγημένος ήταν ο Δράκος μας.



Πολλοί κάτοικοι έλεγαν πως ήταν μάγος.

Άλλοι άλλαζαν δρόμο όταν περνούσαν από τη γειτονιά του.

Ο Δράκος έκανε υπομονετικά τις δουλειές του χωρίς να ενοχλεί κανέναν.


Μια μέρα ένας ταξιδευτής ήρθε στην Ωκεανούπολη και ζητούσε από τους περαστικούς να του δείξουν το σπίτι του.



Κανείς δεν ήταν και πολύ πρόθυμος να τον πάει.

Του εξηγούσαν το δρόμο αλλά δεν ήταν εύκολο να καταλάβει πως πηγαίνει στην σπηλιά κανείς.

Μόνο ένα κοριτσάκι με ξανθά μαλλιά και γαλαζοπράσινα μάτια είπε στον ταξιδευτή
« Εγώ θα σε πάω!! Ο Δράκος είναι φίλος μου»

Στον δρόμο τον ταξιδευτή τον έτρωγε η περιέργεια να ρωτήσει τη μικρή πως γίνεται όλοι να φοβούνται το Δράκο κι εκείνη να το έχει φίλο της.

Δεν κρατήθηκε λοιπόν και τη ρώτησε: « Δεν φοβάσαι το Δράκο;»



«Τον Δράκο; Γιατί να τον φοβηθώ;»
«Γιατί όλοι λένε ότι είναι τρομακτικός;»
«Θα αστειεύεσαι βέβαια!! Ο Δράκος εμένα μου έσωσε τη ζωή!»
« Δηλαδή;», ρώτησε ο ταξιδευτής.





Το κοριτσάκι του εξήγησε:

« Όταν ήμουν πιο μικρή είχα έναν φόβο!! Κανείς δεν ήξερε τι να κάνει να με βοηθήσει. Η μητέρα μου έλεγε πως ήμουν μικρή κι όταν θα μεγαλώσω λίγο θα μου περάσει. Ο πατέρας μου έλεγε πως κι αυτός είχε ένα φόβο όταν ήταν μικρός αλλά του έμαθαν πως οι άντρες δεν φοβούνται και δεν φοβήθηκε ξανά.
Ο γιατρός έλεγε πως δεν υπάρχει θεραπεία αλλά έτσι είναι η κοινωνία μας κι αν δεν υπάρχει ο φόβος οι γιατροί δεν θα έχουν δουλειά…»
« Και τι σχέση έχει ο Δράκος με όλα αυτά;» είπε ο ταξιδευτής.

« Μου φαίνεται ότι θες να τον συναντήσεις αλλά δεν τον ξέρεις καλά. Ίσως να μην πρέπει να σε πάω σπίτι του»



«Πράγματι δεν τον ξέρω. Όμως ο Βασιλιάς της χώρας μου με έστειλε να τον πάρω μαζί μου ως εκεί για να σώσει την περιοχή από τις καταστροφές. Κάνει κάτι μαγικά!!»
« Μαγικά ο Δράκος μου; Χα!χα! Ας γελάσω !! Μα δεν είναι μάγος!! Ένας απλός Δράκος είναι!!»
« Κι εσένα πως σε έσωσε;»




« Τώρα που το λες ούτε και που το κατάλαβα ποτέ. Τον βρήκα να ποτίζει τις ανεμώνες του και να τις τραγουδά ένα τραγούδι μαγευτικό. Με κοίταξε και λες κι όλος ο φόβος μου μαζεύτηκε στο βλέμμα του κι έπειτα ξεφύσησε βαθιά.

Ένα ζεστό κύμα αγάπης με πλημμύρισε και αισθανόμουν υπέροχα δυνατή και άφοβη»

« Είδες λοιπόν που το βλέμμα του είναι μαγικό;»

« Δεν νομίζω αλλά που ξέρεις πάλι….»

Και με τούτη την κουβέντα έφτασαν στη σπηλιά του Δράκου.

Υπέροχα γαλαζοπράσινα φωτάκια και λάμψεις υπήρχαν παντού και μια μελωδία καταπληκτική.



Ο ταξιδευτής χτύπησε το κοχύλι που είχε για κουδούνι ο Δράκος μας.
Εκείνος του άνοιξε. Του χαμογέλασε με τα κοφτερά του δόντια που ήταν λίγο φοβιστικά στην αρχή αλλά άμα τα συνήθιζες ήταν χαριτωμένα.



« Ξέρω τι θες» , είπε ο Δράκος καθώς τον κοίταξε.

«Είδες Ξέρει Είναι Μάγος…» ψιθύρισε στο κοριτσάκι ο ταξιδευτής.

«Πάμε δεν έχουμε πολύ καιρό, στη χώρα σου ήδη σκοτώνονται οι άνθρωποι.»

« Κι εσύ που το ξέρεις ακόμα δεν σου είπα τίποτα»

«Τα μάτια σου έχουν το φόβο της βίας. Πάμε.»

Γρήγορα ο Δράκος του ανέβασε στα φτερά του και πέταξαν ως τη χώρα του ταξιδευτή.



Εκεί ψηλά από το λόφο φαίνονταν ο πόλεμος, η βία και η αναστάτωση που επικρατούσε στη χώρα.

Οι άνθρωποι είχαν τρελαθεί…
Ο Δράκος κοιτούσε πολύ ώρα και δεν μιλούσε.
« Έλα λοιπόν κάνε κάτι….Τι ήρθαμε τόσο δρόμο;»
Ο Δράκος δεν του μίλησε και εξακολουθούσε να κοιτάει τη χώρα.





Μετά από ώρα φύσηξε δυνατά και η ανάσα του έφτασε στα πέρατα της χώρας.
Όταν πια έβγαλε όλο τον αέρα από το σώμα του κάθισε στο χορτάρι να ξεκουραστεί.
«Και λοιπόν; Τι ήταν αυτό; Τώρα νομίζεις πως βοήθησες;» τον ρώτησε ανήσυχος ο ταξιδευτής.
Ο Δράκος γέλασε και του είπε: « Κοίταξε προσεκτικά και πες μου»



Η χώρα ήσυχη και λαμπερή. Οι άνθρωποι χαρούμενοι αγκαλιάζονταν και χαιρετιούνταν. Τα παιδιά έπαιζαν ανέμελα στους δρόμους. Και να ο Βασιλιάς είχε βγει βόλτα και μιλούσε με τους ανθρώπους.

«Δεν καταλαβαίνω τίποτα» είπε ο ταξιδευτής.

« Δεν χρειάζεται να καταλάβεις. Απλά νοιώσε!! Αφουγκράσου τη δύναμη της αγάπης!!

Γέμισε τα πνευμόνια σου με τα άσχημα του κόσμου σου και δώστους μια ανάσα αγάπης.

Δεν χρειάζεται τίποτα άλλο ο κόσμος.

ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΑΓΑΠΗΣ»


mare@