Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Το λιοντάρι, το τσακάλι και ο άνθρωπος

Η γοργόνα, εκτός από το να ετοιμάζεται για το ταξίδι της, είχε και τη μικρή Leila που ήθελε να της λέει ιστορίες και να την παίζει.Δεν μπορούσε να της το αρνηθεί και η μικρή το ήξερε και το εκμεταλλεύονταν."Σήμερα Leila θα διαβάσουμε ένα παραμύθι από πολύ μακρυά" 
Πόσο μακρυά όπως τα μέρη που θες να πας?
" Κάπως έτσι..."





Από τη Νότια Αφρική

"Μια φορά κι έναν καιρό, τον πολύ παλιό καιρό, το Λιοντάρι, ο βασιλιάς της ζούγκλας, και το Τσακάλι, ο μυστικοσύμβουλός του, συναντήθηκαν για να συζητήσουν πώς θα αντιμετωπίσουν τους εχθρούς του βασιλείου.
Κάποια στιγμή το Λιοντάρι άρχισε να καυχιέται για τη δύναμή του.

«Είμαι το πιο δυνατό και το πιο έξυπνο ζώο», είπε, «μονάχα εγώ αξίζει να είμαι βασιλιάς».
Το Τσακάλι πάντα κολάκευε το Λιοντάρι, όμως, αυτή τη φορά, αποφάσισε να του δώσει ένα μάθημα.
 «Όλα τα ζώα αναγνωρίζουν τη δύναμη και την εξυπνάδα σου», του απάντησε, «όμως, δυστυχώς, υπάρχει ένα ζώο πιο δυνατό από σένα. Το λένε άνθρωπο, και το αρσενικό του, ο άνδρας, έχει πολλά χαρίσματα».

«Πάμε να μου το δείξεις», είπε το Λιοντάρι. «Πρόσεξε, όμως, γιατί αν με κοροϊδεύεις, θα το πληρώσεις ακριβά».

Μπροστά το Τσακάλι πίσω το Λιοντάρι, άρχισαν να περιπλανιούνται στη σαβάνα, αναζητώντας τον άνδρα, το πιο δυνατό ζώο στον κόσμο. Στον δρόμο τους συνάντησαν ένα αγόρι.

«Αυτός είναι ο πανίσχυρος άνδρας;», ρώτησε το Λιοντάρι.

«Όχι», απάντησε το Τσακάλι, «αυτός δεν έχει γίνει ακόμα άνδρας, βασιλιά μου».

Ύστερα από λίγο συνάντησαν έναν γέροντα, που βάδιζε με σκυμμένο το κεφάλι, στηριγμένος σ' ένα μπαστούνι.

«Αυτός είναι ο πανίσχυρος άνδρας;», ρώτησε το Λιοντάρι.

«Όχι, βασιλιά μου», απάντησε το Τσακάλι, «κάποτε ήταν πανίσχυρος άνδρας, αλλά δεν είναι πια».

Συνέχισαν να βαδίζουν, ώσπου, σε λίγο, συνάντησαν έναν νεαρό, που είχε βγει με τα σκυλιά του να κυνηγήσει.

«Νάτος ο άνδρας, βασιλιά μου», είπε το Τσακάλι. «Αναμετρήσου μαζί του, κι αν τον νικήσεις, τότε είσαι στ' αλήθεια το πιο δυνατό ζώο στον κόσμο».


«Τώρα θα δει με ποιον έχει να κάνει», είπε το Λιοντάρι, ενώ το Τσακάλι έτρεξε να κρυφτεί πίσω από τους θάμνους, για να παρακολουθήσει με ασφάλεια τη μονομαχία Ανθρώπου και Λιονταριού.

Μ' έναν δυνατό βρυχηθμό, το Λιοντάρι όρμησε προς τον κυνηγό, αλλά πριν προλάβει να τον πλησιάσει, τα σκυλιά το περικύκλωσαν. Χωρίς να τους δώσει μεγάλη σημασία, τα παραμέρισε με την πατούσα του και τα σκόρπισε, αλλά αυτά συνέχισαν να γαβγίζουν και να του δείχνουν τα δόντια τους.

Τότε, ο άνδρας πυροβόλησε και χτύπησε το Λιοντάρι στον ώμο.
Ούτε τώρα πτοήθηκε το Λιοντάρι και επιτέθηκε στον κυνηγό.

Εκείνος, γρήγορος σαν αστραπή, έβγαλε το ατσάλινο μαχαίρι του και χτύπησε με δύναμη το ζώο. Το Λιοντάρι, τρομαγμένο, το έβαλε στα πόδια, ενώ σφύριζαν στ' αυτιά του οι σφαίρες του κυνηγού.

«Τι λες, λοιπόν; Συνεχίζεις να είσαι το πιο δυνατό ζώο στον κόσμο;» ρώτησε το Τσακάλι όταν το Λιοντάρι, λαχανιασμένο, έφτασε κοντά του.

«Όχι, Τσακάλι», απάντησε το Λιοντάρι, «παραχωρώ τον τίτλο μου σ' αυτόν τον -πώς τον είπες;- άνθρωπο. Δεν έχω δει άλλον σαν αυτόν.

Στην αρχή έστειλε δέκα από τους σωματοφύλακές του να μου χιμήξουν.
Μετά, όταν προσπάθησα να τον πλησιάσω, έφτυσε φωτιά καταπάνω μου.
Κι ύστερα, όταν άρχισα να παλεύω μαζί του, ξεκόλλησε από το σώμα του ένα από τα πλευρά του και μ' αυτό με πλήγωσε άσχημα.
Για να γλιτώσω τον θάνατο, αναγκάστηκα να το βάλω στα πόδια και τότε άρχισε να μου πετάει καυτές μπάλες που με τσουρούφλισαν.

Όχι, Τσακάλι, σ' αυτόν αξίζει ο τίτλος του πιο δυνατού στον κόσμο».